μοιράζω (moirazo) — to distribute; to share out

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

μοιράζω means to distribute or share something out. μοιράζομαι commonly means to share something with someone.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μοιράζω μοιράζομαι
εσύ — you μοιράζεις μοιράζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μοιράζει μοιράζεται
εμείς — we μοιράζουμε, μοιράζομε μοιραζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) μοιράζετε μοιράζεστε, μοιραζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μοιράζουν(ε) μοιράζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μοίραζα μοιραζόμουν(α)
εσύ — you μοίραζες μοιραζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μοίραζε μοιραζόταν(ε)
εμείς — we μοιράζαμε μοιραζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) μοιράζατε μοιραζόσαστε, μοιραζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they μοίραζαν, μοιράζαν(ε) μοιράζονταν, μοιραζόντανε, μοιραζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μοίρασα μοιράστηκα
εσύ — you μοίρασες μοιράστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μοίρασε μοιράστηκε
εμείς — we μοιράσαμε μοιραστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) μοιράσατε μοιραστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μοίρασαν, μοιράσαν(ε) μοιράστηκαν, μοιραστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω μοιράσει έχω μοιραστεί
εσύ — you έχεις μοιράσει έχεις μοιραστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει μοιράσει έχει μοιραστεί
εμείς — we έχουμε μοιράσει έχουμε μοιραστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε μοιράσει έχετε μοιραστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν μοιράσει έχουν μοιραστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα μοιράσει είχα μοιραστεί
εσύ — you είχες μοιράσει είχες μοιραστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε μοιράσει είχε μοιραστεί
εμείς — we είχαμε μοιράσει είχαμε μοιραστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε μοιράσει είχατε μοιραστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν μοιράσει είχαν μοιραστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα μοιράζω θα μοιράζομαι
εσύ — you θα μοιράζεις θα μοιράζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μοιράζει θα μοιράζεται
εμείς — we θα μοιράζουμε, θα μοιράζομε θα μοιραζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα μοιράζετε θα μοιράζεστε, θα μοιραζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μοιράζουν(ε) θα μοιράζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα μοιράσω θα μοιραστώ
εσύ — you θα μοιράσεις θα μοιραστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μοιράσει θα μοιραστεί
εμείς — we θα μοιράσουμε, θα μοιράσομε θα μοιραστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα μοιράσετε θα μοιραστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μοιράσουν(ε) θα μοιραστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω μοιράσει θα έχω μοιραστεί
εσύ — you θα έχεις μοιράσει θα έχεις μοιραστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει μοιράσει θα έχει μοιραστεί
εμείς — we θα έχουμε μοιράσει θα έχουμε μοιραστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε μοιράσει θα έχετε μοιραστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν μοιράσει θα έχουν μοιραστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να μοιράζω να μοιράζομαι
εσύ — you να μοιράζεις να μοιράζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μοιράζει να μοιράζεται
εμείς — we να μοιράζουμε, να μοιράζομε να μοιραζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να μοιράζετε να μοιράζεστε, να μοιραζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μοιράζουν(ε) να μοιράζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να μοιράσω να μοιραστώ
εσύ — you να μοιράσεις να μοιραστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μοιράσει να μοιραστεί
εμείς — we να μοιράσουμε, να μοιράσομε να μοιραστούμε
εσείς — you (plural / polite) να μοιράσετε να μοιραστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μοιράσουν(ε) να μοιραστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω μοιράσει να έχω μοιραστεί
εσύ — you να έχεις μοιράσει να έχεις μοιραστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει μοιράσει να έχει μοιραστεί
εμείς — we να έχουμε μοιράσει να έχουμε μοιραστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε μοιράσει να έχετε μοιραστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν μοιράσει να έχουν μοιραστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous μοίραζε μοιράζετε — μοιράζεστε
Simple μοίρασε μοιράστε μοιράσου μοιραστείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Μοίρασε τα χαρτιά.

Deal the cards.

Μοιραζόμαστε ένα δωμάτιο.

We share a room.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — μοιράζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/moirazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /moirazo/