μολύνω (moluno) — to pollute; to contaminate; to infect

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

μολύνω means to pollute, contaminate, or infect. μολύνομαι means to become contaminated or infected.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μολύνω μολύνομαι
εσύ — you μολύνεις μολύνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μολύνει μολύνεται
εμείς — we μολύνουμε, μολύνομε μολυνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) μολύνετε μολύνεστε, μολυνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μολύνουν(ε) μολύνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μόλυνα μολυνόμουν(α)
εσύ — you μόλυνες μολυνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μόλυνε μολυνόταν(ε)
εμείς — we μολύναμε μολυνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) μολύνατε μολυνόσαστε, μολυνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they μόλυναν, μολύναν(ε) μολύνονταν, μολυνόντανε, μολυνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μόλυνα μολύνθηκα
εσύ — you μόλυνες μολύνθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μόλυνε μολύνθηκε
εμείς — we μολύναμε μολυνθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) μολύνατε μολυνθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μόλυναν, μολύναν(ε) μολύνθηκαν, μολυνθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω μολύνει έχω μολυνθεί
εσύ — you έχεις μολύνει έχεις μολυνθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει μολύνει έχει μολυνθεί
εμείς — we έχουμε μολύνει έχουμε μολυνθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε μολύνει έχετε μολυνθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν μολύνει έχουν μολυνθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα μολύνει είχα μολυνθεί
εσύ — you είχες μολύνει είχες μολυνθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε μολύνει είχε μολυνθεί
εμείς — we είχαμε μολύνει είχαμε μολυνθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε μολύνει είχατε μολυνθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν μολύνει είχαν μολυνθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα μολύνω θα μολύνομαι
εσύ — you θα μολύνεις θα μολύνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μολύνει θα μολύνεται
εμείς — we θα μολύνουμε, θα μολύνομε θα μολυνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα μολύνετε θα μολύνεστε, θα μολυνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μολύνουν(ε) θα μολύνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα μολύνω θα μολυνθώ
εσύ — you θα μολύνεις θα μολυνθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μολύνει θα μολυνθεί
εμείς — we θα μολύνουμε, θα μολύνομε θα μολυνθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα μολύνετε θα μολυνθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μολύνουν(ε) θα μολυνθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω μολύνει θα έχω μολυνθεί
εσύ — you θα έχεις μολύνει θα έχεις μολυνθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει μολύνει θα έχει μολυνθεί
εμείς — we θα έχουμε μολύνει θα έχουμε μολυνθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε μολύνει θα έχετε μολυνθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν μολύνει θα έχουν μολυνθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να μολύνω να μολύνομαι
εσύ — you να μολύνεις να μολύνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μολύνει να μολύνεται
εμείς — we να μολύνουμε, να μολύνομε να μολυνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να μολύνετε να μολύνεστε, να μολυνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μολύνουν(ε) να μολύνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να μολύνω να μολυνθώ
εσύ — you να μολύνεις να μολυνθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μολύνει να μολυνθεί
εμείς — we να μολύνουμε, να μολύνομε να μολυνθούμε
εσείς — you (plural / polite) να μολύνετε να μολυνθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μολύνουν(ε) να μολυνθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω μολύνει να έχω μολυνθεί
εσύ — you να έχεις μολύνει να έχεις μολυνθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει μολύνει να έχει μολυνθεί
εμείς — we να έχουμε μολύνει να έχουμε μολυνθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε μολύνει να έχετε μολυνθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν μολύνει να έχουν μολυνθεί

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The active imperfect and aorist coincide as μόλυνα; context distinguishes their aspect. The state participle is μολυσμένος, -η, -ο.

Τα απόβλητα μόλυναν το ποτάμι.

The waste polluted the river.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — μολύνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/moluno/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /moluno/