Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

μορφώνω — to educate

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

μορφώνω means to educate; μορφώνομαι means to become educated or acquire knowledge.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μορφώνω μορφώνομαι
εσύ — you μορφώνεις μορφώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μορφώνει μορφώνεται
εμείς — we μορφώνουμε, μορφώνομε μορφωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) μορφώνετε μορφώνεστε, μορφωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μορφώνουν(ε) μορφώνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μόρφωνα μορφωνόμουν(α)
εσύ — you μόρφωνες μορφωνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μόρφωνε μορφωνόταν(ε)
εμείς — we μορφώναμε μορφωνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) μορφώνατε μορφωνόσαστε, μορφωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they μόρφωναν, μορφώναν(ε) μορφώνονταν, μορφωνόντανε, μορφωνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μόρφωσα μορφώθηκα
εσύ — you μόρφωσες μορφώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μόρφωσε μορφώθηκε
εμείς — we μορφώσαμε μορφωθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) μορφώσατε μορφωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μόρφωσαν, μορφώσαν(ε) μορφώθηκαν, μορφωθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω μορφώσει έχω μορφωθεί
εσύ — you έχεις μορφώσει έχεις μορφωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει μορφώσει έχει μορφωθεί
εμείς — we έχουμε μορφώσει έχουμε μορφωθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε μορφώσει έχετε μορφωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν μορφώσει έχουν μορφωθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα μορφώσει είχα μορφωθεί
εσύ — you είχες μορφώσει είχες μορφωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε μορφώσει είχε μορφωθεί
εμείς — we είχαμε μορφώσει είχαμε μορφωθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε μορφώσει είχατε μορφωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν μορφώσει είχαν μορφωθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα μορφώνω θα μορφώνομαι
εσύ — you θα μορφώνεις θα μορφώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μορφώνει θα μορφώνεται
εμείς — we θα μορφώνουμε, θα μορφώνομε θα μορφωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα μορφώνετε θα μορφώνεστε, θα μορφωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μορφώνουν(ε) θα μορφώνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα μορφώσω θα μορφωθώ
εσύ — you θα μορφώσεις θα μορφωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μορφώσει θα μορφωθεί
εμείς — we θα μορφώσουμε, θα μορφώσομε θα μορφωθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα μορφώσετε θα μορφωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μορφώσουν θα μορφωθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω μορφώσει θα έχω μορφωθεί
εσύ — you θα έχεις μορφώσει θα έχεις μορφωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει μορφώσει θα έχει μορφωθεί
εμείς — we θα έχουμε μορφώσει θα έχουμε μορφωθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε μορφώσει θα έχετε μορφωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν μορφώσει θα έχουν μορφωθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να μορφώνω να μορφώνομαι
εσύ — you να μορφώνεις να μορφώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μορφώνει να μορφώνεται
εμείς — we να μορφώνουμε, να μορφώνομε να μορφωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να μορφώνετε να μορφώνεστε, να μορφωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μορφώνουν(ε) να μορφώνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να μορφώσω να μορφωθώ
εσύ — you να μορφώσεις να μορφωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μορφώσει να μορφωθεί
εμείς — we να μορφώσουμε, να μορφώσομε να μορφωθούμε
εσείς — you (plural / polite) να μορφώσετε να μορφωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μορφώσουν(ε) να μορφωθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω μορφώσει να έχω μορφωθεί
εσύ — you να έχεις μορφώσει να έχεις μορφωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει μορφώσει να έχει μορφωθεί
εμείς — we να έχουμε μορφώσει να έχουμε μορφωθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε μορφώσει να έχετε μορφωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν μορφώσει να έχουν μορφωθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous μόρφωνε μορφώνετε — μορφώνεστε
Simple μόρφωσε μορφώστε μορφώσου μορφωθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • μορφωμένος means educated or cultured and describes a state or quality.

Το διάβασμα μας μορφώνει.

Reading educates us.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — μορφώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/morfono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /morfono/