Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
μουρμουράω / μουρμουρίζω means to murmur, mutter, or grumble.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | μουρμουράω |
| εσύ — you | μουρμουράς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | μουρμουράει, μουρμουρά |
| εμείς — we | μουρμουράμε, μουρμουρούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | μουρμουράτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | μουρμουράν(ε), μουρμουρούν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | μουρμουρούσα, μουρμούραγα |
| εσύ — you | μουρμουρούσες, μουρμούραγες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | μουρμουρούσε, μουρμούραγε |
| εμείς — we | μουρμουρούσαμε, μουρμουράγαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | μουρμουρούσατε, μουρμουράγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | μουρμουρούσαν(ε), μουρμούραγαν, μουρμουράγανε |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | μουρμούρισα |
| εσύ — you | μουρμούρισες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | μουρμούρισε |
| εμείς — we | μουρμουρίσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | μουρμουρίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | μουρμούρισαν, μουρμουρίσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω μουρμουρίσει |
| εσύ — you | έχεις μουρμουρίσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει μουρμουρίσει |
| εμείς — we | έχουμε μουρμουρίσει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε μουρμουρίσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν μουρμουρίσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα μουρμουρίσει |
| εσύ — you | είχες μουρμουρίσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε μουρμουρίσει |
| εμείς — we | είχαμε μουρμουρίσει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε μουρμουρίσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν μουρμουρίσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα μουρμουράω |
| εσύ — you | θα μουρμουράς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα μουρμουράει, θα μουρμουρά |
| εμείς — we | θα μουρμουράμε, θα μουρμουρούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα μουρμουράτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα μουρμουράν(ε), θα μουρμουρούν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα μουρμουρίσω |
| εσύ — you | θα μουρμουρίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα μουρμουρίσει |
| εμείς — we | θα μουρμουρίσουμε, θα μουρμουρίσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα μουρμουρίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα μουρμουρίσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω μουρμουρίσει |
| εσύ — you | θα έχεις μουρμουρίσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει μουρμουρίσει |
| εμείς — we | θα έχουμε μουρμουρίσει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε μουρμουρίσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν μουρμουρίσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να μουρμουράω |
| εσύ — you | να μουρμουράς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να μουρμουράει, να μουρμουρά |
| εμείς — we | να μουρμουράμε, να μουρμουρούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να μουρμουράτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να μουρμουράν(ε), να μουρμουρούν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να μουρμουρίσω |
| εσύ — you | να μουρμουρίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να μουρμουρίσει |
| εμείς — we | να μουρμουρίσουμε, να μουρμουρίσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να μουρμουρίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να μουρμουρίσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω μουρμουρίσει |
| εσύ — you | να έχεις μουρμουρίσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει μουρμουρίσει |
| εμείς — we | να έχουμε μουρμουρίσει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε μουρμουρίσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν μουρμουρίσει |
Imperative · Προστακτική
Continuous: μουρμούρα / μουρμουράτε.
Simple: μουρμούρισε (εσύ); μουρμουρίστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- The two present series share the perfective forms μουρμούρισα, θα μουρμουρίσω, έχω μουρμουρίσει.
Μουρμούρισε κάτι και έφυγε.
He/she muttered something and left.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — μουρμουρίζω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/mourmourao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/mourmourao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.