Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

μουρμουρίζω — to murmur; to mutter; to grumble

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

μουρμουράω / μουρμουρίζω means to murmur, mutter, or grumble.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I μουρμουρίζω
εσύ — you μουρμουρίζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μουρμουρίζει
εμείς — we μουρμουρίζουμε, μουρμουρίζομε
εσείς — you (plural / polite) μουρμουρίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μουρμουρίζουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I μουρμούριζα
εσύ — you μουρμούριζες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μουρμούριζε
εμείς — we μουρμουρίζαμε
εσείς — you (plural / polite) μουρμουρίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μουρμούριζαν, μουρμουρίζαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I μουρμούρισα
εσύ — you μουρμούρισες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μουρμούρισε
εμείς — we μουρμουρίσαμε
εσείς — you (plural / polite) μουρμουρίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μουρμούρισαν, μουρμουρίσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω μουρμουρίσει
εσύ — you έχεις μουρμουρίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει μουρμουρίσει
εμείς — we έχουμε μουρμουρίσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε μουρμουρίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν μουρμουρίσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα μουρμουρίσει
εσύ — you είχες μουρμουρίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε μουρμουρίσει
εμείς — we είχαμε μουρμουρίσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε μουρμουρίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν μουρμουρίσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα μουρμουρίζω
εσύ — you θα μουρμουρίζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μουρμουρίζει
εμείς — we θα μουρμουρίζουμε, θα μουρμουρίζομε
εσείς — you (plural / polite) θα μουρμουρίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μουρμουρίζουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα μουρμουρίσω
εσύ — you θα μουρμουρίσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μουρμουρίσει
εμείς — we θα μουρμουρίσουμε, θα μουρμουρίσομε
εσείς — you (plural / polite) θα μουρμουρίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μουρμουρίσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω μουρμουρίσει
εσύ — you θα έχεις μουρμουρίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει μουρμουρίσει
εμείς — we θα έχουμε μουρμουρίσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε μουρμουρίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν μουρμουρίσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να μουρμουρίζω
εσύ — you να μουρμουρίζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μουρμουρίζει
εμείς — we να μουρμουρίζουμε, να μουρμουρίζομε
εσείς — you (plural / polite) να μουρμουρίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μουρμουρίζουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να μουρμουρίσω
εσύ — you να μουρμουρίσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μουρμουρίσει
εμείς — we να μουρμουρίσουμε, να μουρμουρίσομε
εσείς — you (plural / polite) να μουρμουρίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μουρμουρίσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω μουρμουρίσει
εσύ — you να έχεις μουρμουρίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει μουρμουρίσει
εμείς — we να έχουμε μουρμουρίσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε μουρμουρίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν μουρμουρίσει

Imperative · Προστακτική

Continuous: μουρμούριζε / μουρμουρίζετε.

Simple: μουρμούρισε (εσύ); μουρμουρίστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The two present series share the perfective forms μουρμούρισα, θα μουρμουρίσω, έχω μουρμουρίσει.

Μουρμούρισε κάτι και έφυγε.

He/she muttered something and left.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — μουρμουρίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/mourmourizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /mourmourizo/