Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

μετράω — to measure; to count

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Everyday Greek · Core 100

μετράω: core forms & usage

to count; to measure

Μετράω and μετρώ are alternatives. The perfective forms are μέτρησα and θα μετρήσω.

Μετράμε τα βήματα μέχρι την πόρτα.

We count the steps to the door.

Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.

See the six persons in each core tense

Present

PersonForms
Iμετράω, μετρώ
you (singular)μετράς
he / she / itμετράει, μετρά
weμετράμε, μετρούμε
you (plural or polite)μετράτε
theyμετράν, μετράνε, μετρούν, μετρούνε

Imperfect

PersonForms
Iμετρούσα, μέτραγα
you (singular)μετρούσες, μέτραγες
he / she / itμετρούσε, μέτραγε
weμετρούσαμε, μετράγαμε
you (plural or polite)μετρούσατε, μετράγατε
theyμετρούσαν, μετρούσανε, μέτραγαν, μετράγανε

Simple past (aorist)

PersonForms
Iμέτρησα
you (singular)μέτρησες
he / she / itμέτρησε
weμετρήσαμε
you (plural or polite)μετρήσατε
theyμέτρησαν, μετρήσαν, μετρήσανε

Simple future

PersonForms
Iθα μετρήσω
you (singular)θα μετρήσεις
he / she / itθα μετρήσει
weθα μετρήσουμε, θα μετρήσομε
you (plural or polite)θα μετρήσετε
theyθα μετρήσουν, θα μετρήσουνε

About this collection

Identify a form of this verb → · Explore all 100 verbs

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

μετράω / μετρώ means to measure or count. It can also mean to matter or count for something.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μετράω, μετρώ μετριέμαι
εσύ — you μετράς μετριέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μετράει, μετρά μετριέται
εμείς — we μετράμε, μετρούμε μετριόμαστε
εσείς — you (plural / polite) μετράτε μετριέστε, μετριόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μετράν(ε), μετρούν(ε) μετριούνται, μετριόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μετρούσα, μέτραγα μετριόμουν(α)
εσύ — you μετρούσες, μέτραγες μετριόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μετρούσε, μέτραγε μετριόταν(ε)
εμείς — we μετρούσαμε, μετράγαμε μετριόμασταν
εσείς — you (plural / polite) μετρούσατε, μετράγατε μετριόσαστε, μετριόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they μετρούσαν(ε), μέτραγαν, μετράγανε μετριόνταν(ε), μετριούνταν, μετριόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μέτρησα μετρήθηκα
εσύ — you μέτρησες μετρήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μέτρησε μετρήθηκε
εμείς — we μετρήσαμε μετρηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) μετρήσατε μετρηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μέτρησαν, μετρήσαν(ε) μετρήθηκαν, μετρηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω μετρήσει έχω μετρηθεί
εσύ — you έχεις μετρήσει έχεις μετρηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει μετρήσει έχει μετρηθεί
εμείς — we έχουμε μετρήσει έχουμε μετρηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε μετρήσει έχετε μετρηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν μετρήσει έχουν μετρηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα μετρήσει είχα μετρηθεί
εσύ — you είχες μετρήσει είχες μετρηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε μετρήσει είχε μετρηθεί
εμείς — we είχαμε μετρήσει είχαμε μετρηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε μετρήσει είχατε μετρηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν μετρήσει είχαν μετρηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα μετράω, θα μετρώ θα μετριέμαι
εσύ — you θα μετράς θα μετριέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μετράει, θα μετρά θα μετριέται
εμείς — we θα μετράμε, θα μετρούμε θα μετριόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα μετράτε θα μετριέστε, θα μετριόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μετράν(ε), θα μετρούν(ε) θα μετριούνται, θα μετριόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα μετρήσω θα μετρηθώ
εσύ — you θα μετρήσεις θα μετρηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μετρήσει θα μετρηθεί
εμείς — we θα μετρήσουμε, θα μετρήσομε θα μετρηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα μετρήσετε θα μετρηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μετρήσουν(ε) θα μετρηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω μετρήσει θα έχω μετρηθεί
εσύ — you θα έχεις μετρήσει θα έχεις μετρηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει μετρήσει θα έχει μετρηθεί
εμείς — we θα έχουμε μετρήσει θα έχουμε μετρηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε μετρήσει θα έχετε μετρηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν μετρήσει θα έχουν μετρηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να μετράω, να μετρώ να μετριέμαι
εσύ — you να μετράς να μετριέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μετράει, να μετρά να μετριέται
εμείς — we να μετράμε, να μετρούμε να μετριόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να μετράτε να μετριέστε, να μετριόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μετράν(ε), να μετρούν(ε) να μετριούνται, να μετριόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να μετρήσω να μετρηθώ
εσύ — you να μετρήσεις να μετρηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μετρήσει να μετρηθεί
εμείς — we να μετρήσουμε, να μετρήσομε να μετρηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να μετρήσετε να μετρηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μετρήσουν(ε) να μετρηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω μετρήσει να έχω μετρηθεί
εσύ — you να έχεις μετρήσει να έχεις μετρηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει μετρήσει να έχει μετρηθεί
εμείς — we να έχουμε μετρήσει να έχουμε μετρηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε μετρήσει να έχετε μετρηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν μετρήσει να έχουν μετρηθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous μέτρα μετράτε — μετριέστε
Simple μέτρησε μετρήστε μετρήσου μετρηθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Μέτρησε τα βιβλία.

Count the books.

Αυτό που μετράει είναι η προσπάθεια.

What matters is the effort.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — μετράω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/metrao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /metrao/