Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

γυρίζω — to turn; to return

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Everyday Greek · Core 100

γυρίζω: core forms & usage

to turn; to return

The aorist is γύρισα. Γυρνάω is also used, but its other present endings are not covered by this γυρίζω paradigm.

Γυρίζω σπίτι πριν σκοτεινιάσει.

I return home before it gets dark.

Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.

See the six persons in each core tense

Present

PersonForms
Iγυρίζω, γυρνάω
you (singular)γυρίζεις
he / she / itγυρίζει
weγυρίζουμε, γυρίζομε
you (plural or polite)γυρίζετε
theyγυρίζουν, γυρίζουνε

Imperfect

PersonForms
Iγύριζα
you (singular)γύριζες
he / she / itγύριζε
weγυρίζαμε
you (plural or polite)γυρίζατε
theyγύριζαν, γυρίζαν, γυρίζανε

Simple past (aorist)

PersonForms
Iγύρισα
you (singular)γύρισες
he / she / itγύρισε
weγυρίσαμε
you (plural or polite)γυρίσατε
theyγύρισαν, γυρίσαν, γυρίσανε

Simple future

PersonForms
Iθα γυρίσω
you (singular)θα γυρίσεις
he / she / itθα γυρίσει
weθα γυρίσουμε, θα γυρίσομε
you (plural or polite)θα γυρίσετε
theyθα γυρίσουν, θα γυρίσουνε

About this collection

Identify a form of this verb → · Explore all 100 verbs

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

γυρίζω — to turn; to return.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I γυρίζω, γυρνάω γυρίζομαι
εσύ — you γυρίζεις γυρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it γυρίζει γυρίζεται
εμείς — we γυρίζουμε, γυρίζομε γυριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) γυρίζετε γυρίζεστε, γυριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they γυρίζουν(ε) γυρίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I γύριζα γυριζόμουν(α)
εσύ — you γύριζες γυριζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it γύριζε γυριζόταν(ε)
εμείς — we γυρίζαμε γυριζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) γυρίζατε γυριζόσαστε, γυριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they γύριζαν, γυρίζαν(ε) γυρίζονταν, γυριζόντανε, γυριζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I γύρισα γυρίστηκα
εσύ — you γύρισες γυρίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it γύρισε γυρίστηκε
εμείς — we γυρίσαμε γυριστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) γυρίσατε γυριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they γύρισαν, γυρίσαν(ε) γυρίστηκαν, γυριστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω γυρίσει έχω γυριστεί
εσύ — you έχεις γυρίσει έχεις γυριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει γυρίσει έχει γυριστεί
εμείς — we έχουμε γυρίσει έχουμε γυριστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε γυρίσει έχετε γυριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν γυρίσει έχουν γυριστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα γυρίσει είχα γυριστεί
εσύ — you είχες γυρίσει είχες γυριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε γυρίσει είχε γυριστεί
εμείς — we είχαμε γυρίσει είχαμε γυριστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε γυρίσει είχατε γυριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν γυρίσει είχαν γυριστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα γυρίζω θα γυρίζομαι
εσύ — you θα γυρίζεις θα γυρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα γυρίζει θα γυρίζεται
εμείς — we θα γυρίζουμε, θα γυρίζομε θα γυριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα γυρίζετε θα γυρίζεστε, θα γυριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα γυρίζουν(ε) θα γυρίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα γυρίσω θα γυριστώ
εσύ — you θα γυρίσεις θα γυριστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα γυρίσει θα γυριστεί
εμείς — we θα γυρίσουμε, θα γυρίσομε θα γυριστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα γυρίσετε θα γυριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα γυρίσουν(ε) θα γυριστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω γυρίσει θα έχω γυριστεί
εσύ — you θα έχεις γυρίσει θα έχεις γυριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει γυρίσει θα έχει γυριστεί
εμείς — we θα έχουμε γυρίσει θα έχουμε γυριστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε γυρίσει θα έχετε γυριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν γυρίσει θα έχουν γυριστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να γυρίζω να γυρίζομαι
εσύ — you να γυρίζεις να γυρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να γυρίζει να γυρίζεται
εμείς — we να γυρίζουμε, να γυρίζομε να γυριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να γυρίζετε να γυρίζεστε, να γυριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να γυρίζουν(ε) να γυρίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να γυρίσω να γυριστώ
εσύ — you να γυρίσεις να γυριστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να γυρίσει να γυριστεί
εμείς — we να γυρίσουμε, να γυρίσομε να γυριστούμε
εσείς — you (plural / polite) να γυρίσετε να γυριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να γυρίσουν(ε) να γυριστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω γυρίσει να έχω γυριστεί
εσύ — you να έχεις γυρίσει να έχεις γυριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει γυρίσει να έχει γυριστεί
εμείς — we να έχουμε γυρίσει να έχουμε γυριστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε γυρίσει να έχετε γυριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν γυρίσει να έχουν γυριστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous γύριζε γυρίζετε — —
Simple γύρισε γυρίστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Γυρίζω can mean turn, return, travel around, or shoot a film. Γυρίζομαι is used especially for something being filmed or turned; returning home normally uses active γυρίζω.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Η ταινία γυρίστηκε στην Ελλάδα.

The film was shot in Greece.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — γυρίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/gurizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /gurizo/