φράζω (frazo) — to block; to fence off

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

φράζω means to block an opening or passage, or to fence off an area.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I φράζω φράζομαι
εσύ — you φράζεις φράζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φράζει φράζεται
εμείς — we φράζουμε, φράζομε φραζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) φράζετε φράζεστε, φραζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they φράζουν(ε) φράζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έφραζα φραζόμουν(α)
εσύ — you έφραζες φραζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έφραζε φραζόταν(ε)
εμείς — we φράζαμε φραζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) φράζατε φραζόσαστε, φραζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έφραζαν, φράζαν(ε) φράζονταν, φραζόντανε, φραζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έφραξα φράχτηκα
εσύ — you έφραξες φράχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έφραξε φράχτηκε
εμείς — we φράξαμε φραχτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) φράξατε φραχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έφραξαν, φράξαν(ε) φράχτηκαν, φραχτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω φράξει έχω φραχτεί
εσύ — you έχεις φράξει έχεις φραχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει φράξει έχει φραχτεί
εμείς — we έχουμε φράξει έχουμε φραχτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε φράξει έχετε φραχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν φράξει έχουν φραχτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα φράξει είχα φραχτεί
εσύ — you είχες φράξει είχες φραχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε φράξει είχε φραχτεί
εμείς — we είχαμε φράξει είχαμε φραχτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε φράξει είχατε φραχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν φράξει είχαν φραχτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα φράζω θα φράζομαι
εσύ — you θα φράζεις θα φράζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα φράζει θα φράζεται
εμείς — we θα φράζουμε, θα φράζομε θα φραζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα φράζετε θα φράζεστε, θα φραζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα φράζουν(ε) θα φράζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα φράξω θα φραχτώ
εσύ — you θα φράξεις θα φραχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα φράξει θα φραχτεί
εμείς — we θα φράξουμε, θα φράξομε θα φραχτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα φράξετε θα φραχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα φράξουν(ε) θα φραχτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω φράξει θα έχω φραχτεί
εσύ — you θα έχεις φράξει θα έχεις φραχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει φράξει θα έχει φραχτεί
εμείς — we θα έχουμε φράξει θα έχουμε φραχτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε φράξει θα έχετε φραχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν φράξει θα έχουν φραχτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να φράζω να φράζομαι
εσύ — you να φράζεις να φράζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να φράζει να φράζεται
εμείς — we να φράζουμε, να φράζομε να φραζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να φράζετε να φράζεστε, να φραζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να φράζουν(ε) να φράζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να φράξω να φραχτώ
εσύ — you να φράξεις να φραχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να φράξει να φραχτεί
εμείς — we να φράξουμε, να φράξομε να φραχτούμε
εσείς — you (plural / polite) να φράξετε να φραχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να φράξουν να φραχτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω φράξει να έχω φραχτεί
εσύ — you να έχεις φράξει να έχεις φραχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει φράξει να έχει φραχτεί
εμείς — we να έχουμε φράξει να έχουμε φραχτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε φράξει να έχετε φραχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν φράξει να έχουν φραχτεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous φράζε φράζετε — —
Simple φράξε φράξτε, φράχτε φράξου φραχτείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Οι πέτρες έφραξαν την είσοδο.

The stones blocked the entrance.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — φράζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/frazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /frazo/