φρεσκάρω (freskaro) — to freshen up

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

φρεσκάρω means to freshen up, refresh, or brush up knowledge. Φρεσκάρομαι can mean to freshen oneself up.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I φρεσκάρω φρεσκάρομαι
εσύ — you φρεσκάρεις φρεσκάρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φρεσκάρει φρεσκάρεται
εμείς — we φρεσκάρουμε, φρεσκάρομε φρεσκαρόμαστε
εσείς — you (plural / polite) φρεσκάρετε φρεσκάρεστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they φρεσκάρουν(ε) φρεσκάρονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I φρέσκαρα, φρεσκάριζα φρεσκαριζόμουν(α)
εσύ — you φρέσκαρες, φρεσκάριζες φρεσκαριζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φρέσκαρε, φρεσκάριζε φρεσκαριζόταν(ε)
εμείς — we φρεσκάραμε, φρεσκαρίζαμε φρεσκαριζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) φρεσκάρατε, φρεσκαρίζατε φρεσκαριζόσαστε, φρεσκαριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they φρέσκαραν, φρεσκάραν(ε), φρεσκάριζαν φρεσκάρονταν, φρεσκαριζόντανε, φρεσκαριζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I φρέσκαρα, φρεσκάρισα φρεσκαρίστηκα
εσύ — you φρέσκαρες, φρεσκάρισες φρεσκαρίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φρέσκαρε, φρεσκάρισε φρεσκαρίστηκε
εμείς — we φρεσκάραμε, φρεσκαρίσαμε φρεσκαριστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) φρεσκάρατε, φρεσκαρίσατε φρεσκαριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they φρέσκαραν, φρεσκάραν(ε), φρεσκάρισαν φρεσκαρίστηκαν, φρεσκαριστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω φρεσκάρει έχω φρεσκαριστεί
εσύ — you έχεις φρεσκάρει έχεις φρεσκαριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει φρεσκάρει έχει φρεσκαριστεί
εμείς — we έχουμε φρεσκάρει έχουμε φρεσκαριστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε φρεσκάρει έχετε φρεσκαριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν φρεσκάρει έχουν φρεσκαριστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα φρεσκάρει είχα φρεσκαριστεί
εσύ — you είχες φρεσκάρει είχες φρεσκαριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε φρεσκάρει είχε φρεσκαριστεί
εμείς — we είχαμε φρεσκάρει είχαμε φρεσκαριστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε φρεσκάρει είχατε φρεσκαριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν φρεσκάρει είχαν φρεσκαριστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα φρεσκάρω θα φρεσκάρομαι
εσύ — you θα φρεσκάρεις θα φρεσκάρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα φρεσκάρει θα φρεσκάρεται
εμείς — we θα φρεσκάρουμε, θα φρεσκάρομε θα φρεσκαρόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα φρεσκάρετε θα φρεσκάρεστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα φρεσκάρουν(ε) θα φρεσκάρονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα φρεσκάρω θα φρεσκαριστώ
εσύ — you θα φρεσκάρεις θα φρεσκαριστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα φρεσκάρει θα φρεσκαριστεί
εμείς — we θα φρεσκάρουμε, θα φρεσκάρομε θα φρεσκαριστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα φρεσκάρετε θα φρεσκαριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα φρεσκάρουν(ε) θα φρεσκαριστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω φρεσκάρει θα έχω φρεσκαριστεί
εσύ — you θα έχεις φρεσκάρει θα έχεις φρεσκαριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει φρεσκάρει θα έχει φρεσκαριστεί
εμείς — we θα έχουμε φρεσκάρει θα έχουμε φρεσκαριστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε φρεσκάρει θα έχετε φρεσκαριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν φρεσκάρει θα έχουν φρεσκαριστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να φρεσκάρω να φρεσκάρομαι
εσύ — you να φρεσκάρεις να φρεσκάρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να φρεσκάρει να φρεσκάρεται
εμείς — we να φρεσκάρουμε, να φρεσκάρομε να φρεσκαρόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να φρεσκάρετε να φρεσκάρεστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να φρεσκάρουν(ε) να φρεσκάρονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να φρεσκάρω να φρεσκαριστώ
εσύ — you να φρεσκάρεις να φρεσκαριστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να φρεσκάρει να φρεσκαριστεί
εμείς — we να φρεσκάρουμε, να φρεσκάρομε να φρεσκαριστούμε
εσείς — you (plural / polite) να φρεσκάρετε να φρεσκαριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να φρεσκάρουν(ε) να φρεσκαριστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω φρεσκάρει να έχω φρεσκαριστεί
εσύ — you να έχεις φρεσκάρει να έχεις φρεσκαριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει φρεσκάρει να έχει φρεσκαριστεί
εμείς — we να έχουμε φρεσκάρει να έχουμε φρεσκαριστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε φρεσκάρει να έχετε φρεσκαριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν φρεσκάρει να έχουν φρεσκαριστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous φρεσκάριζε φρεσκάρετε, φρεσκαρίζετε — —
Simple φρεσκάρε, φρεσκάρισε φρεσκάρετε, φρεσκαρίστε φρεσκαρίσου φρεσκαριστείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The forms φρέσκαρα and φρεσκάραμε can describe either a continuing or a completed action; context and the alternatives φρεσκάριζα / φρεσκάρισα make the distinction clearer.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Θέλω να φρεσκάρω τα ελληνικά μου.

I want to brush up my Greek.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — φρεσκάρω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/freskaro/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /freskaro/