φροντίζω (frontizo) — to take care of

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

φροντίζω means to take care of someone or something, or to make sure something happens.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I φροντίζω
εσύ — you φροντίζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φροντίζει
εμείς — we φροντίζουμε, φροντίζομε
εσείς — you (plural / polite) φροντίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they φροντίζουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I φρόντιζα
εσύ — you φρόντιζες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φρόντιζε
εμείς — we φροντίζαμε
εσείς — you (plural / polite) φροντίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they φρόντιζαν, φροντίζαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I φρόντισα
εσύ — you φρόντισες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φρόντισε
εμείς — we φροντίσαμε
εσείς — you (plural / polite) φροντίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they φρόντισαν, φροντίσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω φροντίσει
εσύ — you έχεις φροντίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει φροντίσει
εμείς — we έχουμε φροντίσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε φροντίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν φροντίσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα φροντίσει
εσύ — you είχες φροντίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε φροντίσει
εμείς — we είχαμε φροντίσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε φροντίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν φροντίσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα φροντίζω
εσύ — you θα φροντίζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα φροντίζει
εμείς — we θα φροντίζουμε, θα φροντίζομε
εσείς — you (plural / polite) θα φροντίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα φροντίζουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα φροντίσω
εσύ — you θα φροντίσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα φροντίσει
εμείς — we θα φροντίσουμε, θα φροντίσομε
εσείς — you (plural / polite) θα φροντίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα φροντίσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω φροντίσει
εσύ — you θα έχεις φροντίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει φροντίσει
εμείς — we θα έχουμε φροντίσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε φροντίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν φροντίσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να φροντίζω
εσύ — you να φροντίζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να φροντίζει
εμείς — we να φροντίζουμε, να φροντίζομε
εσείς — you (plural / polite) να φροντίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να φροντίζουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να φροντίσω
εσύ — you να φροντίσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να φροντίσει
εμείς — we να φροντίσουμε, να φροντίσομε
εσείς — you (plural / polite) να φροντίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να φροντίσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω φροντίσει
εσύ — you να έχεις φροντίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει φροντίσει
εμείς — we να έχουμε φροντίσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε φροντίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν φροντίσει

Imperative · Προστακτική

φρόντιζε / φροντίζετε

Simple: φρόντισε (εσύ); φροντίστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Use φροντίζω κάποιον / κάτι for care, and φροντίζω να + verb for making sure an action happens.

Φρόντισε να έρθεις νωρίς.

Make sure you come early.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — φροντίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/frontizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /frontizo/