Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
φταίω means to be at fault or to be to blame; it can also identify the cause of a problem.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
φταίω |
| εσύ — you |
φταις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
φταίει |
| εμείς — we |
φταίμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
φταίτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
φταίνε, φταιν |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
έφταιγα |
| εσύ — you |
έφταιγες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
έφταιγε |
| εμείς — we |
φταίγαμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
φταίγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
έφταιγαν, φταίγαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
έφταιξα |
| εσύ — you |
έφταιξες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
έφταιξε |
| εμείς — we |
φταίξαμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
φταίξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
έφταιξαν, φταίξαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
έχω φταίξει |
| εσύ — you |
έχεις φταίξει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
έχει φταίξει |
| εμείς — we |
έχουμε φταίξει |
| εσείς — you (plural / polite) |
έχετε φταίξει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
έχουν φταίξει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
είχα φταίξει |
| εσύ — you |
είχες φταίξει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
είχε φταίξει |
| εμείς — we |
είχαμε φταίξει |
| εσείς — you (plural / polite) |
είχατε φταίξει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
είχαν φταίξει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα φταίω |
| εσύ — you |
θα φταις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα φταίει |
| εμείς — we |
θα φταίμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα φταίτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα φταίνε, θα φταιν |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα φταίξω |
| εσύ — you |
θα φταίξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα φταίξει |
| εμείς — we |
θα φταίξουμε, θα φταίξομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα φταίξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα φταίξουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα έχω φταίξει |
| εσύ — you |
θα έχεις φταίξει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα έχει φταίξει |
| εμείς — we |
θα έχουμε φταίξει |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα έχετε φταίξει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα έχουν φταίξει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να φταίω |
| εσύ — you |
να φταις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να φταίει |
| εμείς — we |
να φταίμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να φταίτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να φταίνε, να φταιν |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να φταίξω |
| εσύ — you |
να φταίξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να φταίξει |
| εμείς — we |
να φταίξουμε, να φταίξομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να φταίξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να φταίξουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να έχω φταίξει |
| εσύ — you |
να έχεις φταίξει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να έχει φταίξει |
| εμείς — we |
να έχουμε φταίξει |
| εσείς — you (plural / polite) |
να έχετε φταίξει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να έχουν φταίξει |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- The short third-person plural φταιν is an accepted alternative to φταίνε.
- Direct positive commands are unusual for this meaning; ordinary advice uses expressions such as πρόσεχε (be careful).
Δεν φταις εσύ.
It is not your fault.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — φταίω.