Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
See this verb in use
Το τρένο φτάνει στις οκτώ.
The train arrives at eight.
Φτάνω can mean arrive, reach or be enough. Δεν φτάνουν τα χρήματα means “the money is not enough”; the plural form agrees with χρήματα.
φτάνω means to arrive, reach, or be enough. The spelling φθάνω is also used, especially in more formal writing.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | φτάνω |
| εσύ — you | φτάνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | φτάνει |
| εμείς — we | φτάνουμε, φτάνομε |
| εσείς — you (plural / polite) | φτάνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | φτάνουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έφτανα |
| εσύ — you | έφτανες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έφτανε |
| εμείς — we | φτάναμε |
| εσείς — you (plural / polite) | φτάνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έφταναν, φτάναν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έφτασα |
| εσύ — you | έφτασες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έφτασε |
| εμείς — we | φτάσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | φτάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έφτασαν, φτάσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω φτάσει |
| εσύ — you | έχεις φτάσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει φτάσει |
| εμείς — we | έχουμε φτάσει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε φτάσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν φτάσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα φτάσει |
| εσύ — you | είχες φτάσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε φτάσει |
| εμείς — we | είχαμε φτάσει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε φτάσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν φτάσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα φτάνω |
| εσύ — you | θα φτάνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα φτάνει |
| εμείς — we | θα φτάνουμε, θα φτάνομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα φτάνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα φτάνουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα φτάσω |
| εσύ — you | θα φτάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα φτάσει |
| εμείς — we | θα φτάσουμε, θα φτάσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα φτάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα φτάσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω φτάσει |
| εσύ — you | θα έχεις φτάσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει φτάσει |
| εμείς — we | θα έχουμε φτάσει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε φτάσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν φτάσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να φτάνω |
| εσύ — you | να φτάνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να φτάνει |
| εμείς — we | να φτάνουμε, να φτάνομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να φτάνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να φτάνουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να φτάσω |
| εσύ — you | να φτάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να φτάσει |
| εμείς — we | να φτάσουμε, να φτάσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να φτάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να φτάσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω φτάσει |
| εσύ — you | να έχεις φτάσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει φτάσει |
| εμείς — we | να έχουμε φτάσει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε φτάσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν φτάσει |
Imperative · Προστακτική
φτάνε / φτάνετε
Simple: φτάσε (εσύ); φτάστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Έχω φτάσει means I have arrived or reached something. Φτασμένος is chiefly an adjective meaning established or successful, not an alternative perfect form.
- Φτάνει! can mean Enough!
Φτάσαμε στο σπίτι.
We arrived home.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — φτάνω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/ftano/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/ftano/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.