φθείρω (ftheiro) — to wear down; to damage

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

φθείρω — to wear down; to damage.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I φθείρω φθείρομαι
εσύ — you φθείρεις φθείρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φθείρει φθείρεται
εμείς — we φθείρουμε, φθείρομε φθειρόμαστε
εσείς — you (plural / polite) φθείρετε φθείρεστε, φθειρόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they φθείρουν(ε) φθείρονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έφθειρα φθειρόμουν(α)
εσύ — you έφθειρες φθειρόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έφθειρε φθειρόταν(ε)
εμείς — we φθείραμε φθειρόμασταν
εσείς — you (plural / polite) φθείρατε φθειρόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έφθειραν, φθείραν(ε) φθείρονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έφθειρα φθάρηκα
εσύ — you έφθειρες φθάρηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έφθειρε φθάρηκε
εμείς — we φθείραμε φθαρήκαμε
εσείς — you (plural / polite) φθείρατε φθαρήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έφθειραν, φθείραν(ε) φθάρηκαν, φθαρήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω φθείρει έχω φθαρεί
εσύ — you έχεις φθείρει έχεις φθαρεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει φθείρει έχει φθαρεί
εμείς — we έχουμε φθείρει έχουμε φθαρεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε φθείρει έχετε φθαρεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν φθείρει έχουν φθαρεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα φθείρει είχα φθαρεί
εσύ — you είχες φθείρει είχες φθαρεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε φθείρει είχε φθαρεί
εμείς — we είχαμε φθείρει είχαμε φθαρεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε φθείρει είχατε φθαρεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν φθείρει είχαν φθαρεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα φθείρω θα φθείρομαι
εσύ — you θα φθείρεις θα φθείρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα φθείρει θα φθείρεται
εμείς — we θα φθείρουμε, θα φθείρομε θα φθειρόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα φθείρετε θα φθείρεστε, θα φθειρόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα φθείρουν(ε) θα φθείρονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα φθείρω θα φθαρώ
εσύ — you θα φθείρεις θα φθαρείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα φθείρει θα φθαρεί
εμείς — we θα φθείρουμε, θα φθείρομε θα φθαρούμε
εσείς — you (plural / polite) θα φθείρετε θα φθαρείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα φθείρουν(ε) θα φθαρούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω φθείρει θα έχω φθαρεί
εσύ — you θα έχεις φθείρει θα έχεις φθαρεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει φθείρει θα έχει φθαρεί
εμείς — we θα έχουμε φθείρει θα έχουμε φθαρεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε φθείρει θα έχετε φθαρεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν φθείρει θα έχουν φθαρεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να φθείρω να φθείρομαι
εσύ — you να φθείρεις να φθείρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να φθείρει να φθείρεται
εμείς — we να φθείρουμε, να φθείρομε να φθειρόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να φθείρετε να φθείρεστε, να φθειρόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να φθείρουν(ε) να φθείρονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να φθείρω να φθαρώ
εσύ — you να φθείρεις να φθαρείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να φθείρει να φθαρεί
εμείς — we να φθείρουμε, να φθείρομε να φθαρούμε
εσείς — you (plural / polite) να φθείρετε να φθαρείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να φθείρουν(ε) να φθαρούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω φθείρει να έχω φθαρεί
εσύ — you να έχεις φθείρει να έχεις φθαρεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει φθείρει να έχει φθαρεί
εμείς — we να έχουμε φθείρει να έχουμε φθαρεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε φθείρει να έχετε φθαρεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν φθείρει να έχουν φθαρεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous φθείρε φθείρετε — —
Simple φθείρε φθείρτε — φθαρείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The active imperfect and simple past share έφθειρα, and the active nonpast aspect forms also coincide. Context distinguishes continuing wear from a completed event. Φθείρομαι means to wear out or deteriorate.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Τα παπούτσια έχουν φθαρεί.

The shoes have worn out.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — φθείρω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/ftheiro/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /ftheiro/