εντυπώνω (entupono) — to imprint in the mind or memory

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

εντυπώνω means “to imprint” something in the mind, memory or imagination. It is often used in the passive: εντυπώνομαι.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εντυπώνω εντυπώνομαι
εσύ — you εντυπώνεις εντυπώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εντυπώνει εντυπώνεται
εμείς — we εντυπώνουμε εντυπωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) εντυπώνετε εντυπώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εντυπώνουν εντυπώνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εντύπωνα εντυπωνόμουν
εσύ — you εντύπωνες εντυπωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εντύπωνε εντυπωνόταν
εμείς — we εντυπώναμε εντυπωνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) εντυπώνατε εντυπωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they εντύπωναν εντυπώνονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εντύπωσα εντυπώθηκα
εσύ — you εντύπωσες εντυπώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εντύπωσε εντυπώθηκε
εμείς — we εντυπώσαμε εντυπωθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) εντυπώσατε εντυπωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εντύπωσαν εντυπώθηκαν

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω εντυπώσει έχω εντυπωθεί
εσύ — you έχεις εντυπώσει έχεις εντυπωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει εντυπώσει έχει εντυπωθεί
εμείς — we έχουμε εντυπώσει έχουμε εντυπωθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε εντυπώσει έχετε εντυπωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν εντυπώσει έχουν εντυπωθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα εντυπώσει είχα εντυπωθεί
εσύ — you είχες εντυπώσει είχες εντυπωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε εντυπώσει είχε εντυπωθεί
εμείς — we είχαμε εντυπώσει είχαμε εντυπωθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε εντυπώσει είχατε εντυπωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν εντυπώσει είχαν εντυπωθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εντυπώνω θα εντυπώνομαι
εσύ — you θα εντυπώνεις θα εντυπώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εντυπώνει θα εντυπώνεται
εμείς — we θα εντυπώνουμε θα εντυπωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα εντυπώνετε θα εντυπώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εντυπώνουν θα εντυπώνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εντυπώσω θα εντυπωθώ
εσύ — you θα εντυπώσεις θα εντυπωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εντυπώσει θα εντυπωθεί
εμείς — we θα εντυπώσουμε θα εντυπωθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα εντυπώσετε θα εντυπωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εντυπώσουν θα εντυπωθούν

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω εντυπώσει θα έχω εντυπωθεί
εσύ — you θα έχεις εντυπώσει θα έχεις εντυπωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει εντυπώσει θα έχει εντυπωθεί
εμείς — we θα έχουμε εντυπώσει θα έχουμε εντυπωθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε εντυπώσει θα έχετε εντυπωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν εντυπώσει θα έχουν εντυπωθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εντυπώνω να εντυπώνομαι
εσύ — you να εντυπώνεις να εντυπώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εντυπώνει να εντυπώνεται
εμείς — we να εντυπώνουμε να εντυπωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να εντυπώνετε να εντυπώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εντυπώνουν να εντυπώνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εντυπώσω να εντυπωθώ
εσύ — you να εντυπώσεις να εντυπωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εντυπώσει να εντυπωθεί
εμείς — we να εντυπώσουμε να εντυπωθούμε
εσείς — you (plural / polite) να εντυπώσετε να εντυπωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εντυπώσουν να εντυπωθούν

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω εντυπώσει να έχω εντυπωθεί
εσύ — you να έχεις εντυπώσει να έχεις εντυπωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει εντυπώσει να έχει εντυπωθεί
εμείς — we να έχουμε εντυπώσει να έχουμε εντυπωθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε εντυπώσει να έχετε εντυπωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν εντυπώσει να έχουν εντυπωθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: εντύπωνε (εσύ); εντυπώνετε (εσείς). Passive commands are uncommon.

Simple: εντύπωσε (εσύ); εντυπώστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Present participle: εντυπώνοντας. Result participle: εντυπωμένος, εντυπωμένη, εντυπωμένο.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Η εικόνα εντυπώθηκε στη μνήμη μου.

The image was imprinted on my memory.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — εντυπώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/entupono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /entupono/