Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
ευχαριστώ means to thank someone and can also mean to please or satisfy. This page shows the middle forms in -ούμαι; the everyday variant ευχαριστιέμαι is also common. The meaning of the middle depends on context.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ευχαριστώ | ευχαριστούμαι |
| εσύ — you | ευχαριστείς | ευχαριστείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ευχαριστεί | ευχαριστείται |
| εμείς — we | ευχαριστούμε | ευχαριστούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | ευχαριστείτε | ευχαριστείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ευχαριστούν(ε) | ευχαριστούνται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ευχαριστούσα | ευχαριστούμουν |
| εσύ — you | ευχαριστούσες | ευχαριστούσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ευχαριστούσε | ευχαριστούνταν, ευχαριστείτο |
| εμείς — we | ευχαριστούσαμε | ευχαριστούμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | ευχαριστούσατε | ευχαριστούσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ευχαριστούσαν(ε) | ευχαριστούνταν, ευχαριστούντο |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ευχαρίστησα | ευχαριστήθηκα |
| εσύ — you | ευχαρίστησες | ευχαριστήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ευχαρίστησε | ευχαριστήθηκε |
| εμείς — we | ευχαριστήσαμε | ευχαριστηθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | ευχαριστήσατε | ευχαριστηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ευχαρίστησαν, ευχαριστήσαν(ε) | ευχαριστήθηκαν, ευχαριστηθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω ευχαριστήσει | έχω ευχαριστηθεί |
| εσύ — you | έχεις ευχαριστήσει | έχεις ευχαριστηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει ευχαριστήσει | έχει ευχαριστηθεί |
| εμείς — we | έχουμε ευχαριστήσει | έχουμε ευχαριστηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε ευχαριστήσει | έχετε ευχαριστηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν ευχαριστήσει | έχουν ευχαριστηθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα ευχαριστήσει | είχα ευχαριστηθεί |
| εσύ — you | είχες ευχαριστήσει | είχες ευχαριστηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε ευχαριστήσει | είχε ευχαριστηθεί |
| εμείς — we | είχαμε ευχαριστήσει | είχαμε ευχαριστηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε ευχαριστήσει | είχατε ευχαριστηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν ευχαριστήσει | είχαν ευχαριστηθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα ευχαριστώ | θα ευχαριστούμαι |
| εσύ — you | θα ευχαριστείς | θα ευχαριστείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ευχαριστεί | θα ευχαριστείται |
| εμείς — we | θα ευχαριστούμε | θα ευχαριστούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ευχαριστείτε | θα ευχαριστείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ευχαριστούν(ε) | θα ευχαριστούνται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα ευχαριστήσω | θα ευχαριστηθώ |
| εσύ — you | θα ευχαριστήσεις | θα ευχαριστηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ευχαριστήσει | θα ευχαριστηθεί |
| εμείς — we | θα ευχαριστήσουμε | θα ευχαριστηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ευχαριστήσετε | θα ευχαριστηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ευχαριστήσουν(ε) | θα ευχαριστηθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω ευχαριστήσει | θα έχω ευχαριστηθεί |
| εσύ — you | θα έχεις ευχαριστήσει | θα έχεις ευχαριστηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει ευχαριστήσει | θα έχει ευχαριστηθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε ευχαριστήσει | θα έχουμε ευχαριστηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε ευχαριστήσει | θα έχετε ευχαριστηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν ευχαριστήσει | θα έχουν ευχαριστηθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να ευχαριστώ | να ευχαριστούμαι |
| εσύ — you | να ευχαριστείς | να ευχαριστείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ευχαριστεί | να ευχαριστείται |
| εμείς — we | να ευχαριστούμε | να ευχαριστούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ευχαριστείτε | να ευχαριστείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ευχαριστούν(ε) | να ευχαριστούνται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να ευχαριστήσω | να ευχαριστηθώ |
| εσύ — you | να ευχαριστήσεις | να ευχαριστηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ευχαριστήσει | να ευχαριστηθεί |
| εμείς — we | να ευχαριστήσουμε, να ευχαριστήσομε | να ευχαριστηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ευχαριστήσετε | να ευχαριστηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ευχαριστήσουν(ε) | να ευχαριστηθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω ευχαριστήσει | να έχω ευχαριστηθεί |
| εσύ — you | να έχεις ευχαριστήσει | να έχεις ευχαριστηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει ευχαριστήσει | να έχει ευχαριστηθεί |
| εμείς — we | να έχουμε ευχαριστήσει | να έχουμε ευχαριστηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε ευχαριστήσει | να έχετε ευχαριστηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν ευχαριστήσει | να έχουν ευχαριστηθεί |
Imperative · Προστακτική
For ongoing action, να ευχαριστείς / να ευχαριστείτε can be used. Middle commands ευχαριστήσου / ευχαριστηθείτε mean enjoy or take pleasure in something in a suitable context.
Simple: ευχαρίστησε (εσύ); ευχαριστήστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- Do not assume that ευχαριστήθηκα means “I was thanked”. It commonly means “I enjoyed it / was pleased”. To express receiving thanks unambiguously, use με ευχαρίστησαν.
- ευχαριστημένος, -η, -ο means pleased or satisfied and agrees with the subject.
Σε ευχαριστώ για τη βοήθεια.
Thank you for your help.
Ευχαριστήθηκα τη βόλτα.
I enjoyed the walk.
Είμαι ευχαριστημένη με το αποτέλεσμα.
I am satisfied with the result.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ευχαριστώ.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/efxaristo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/efxaristo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
1 thought on “ευχαριστώ (efxaristo) — to thank; to please”
Comments are closed.