ζηλεύω (zileuo) — to envy

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ζηλεύω — to envy; be jealous.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I ζηλεύω
εσύ — you ζηλεύεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ζηλεύει
εμείς — we ζηλεύουμε, ζηλεύομε
εσείς — you (plural / polite) ζηλεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ζηλεύουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I ζήλευα
εσύ — you ζήλευες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ζήλευε
εμείς — we ζηλεύαμε
εσείς — you (plural / polite) ζηλεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ζήλευαν, ζηλεύαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I ζήλεψα
εσύ — you ζήλεψες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ζήλεψε
εμείς — we ζηλέψαμε
εσείς — you (plural / polite) ζηλέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ζήλεψαν, ζηλέψαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω ζηλέψει
εσύ — you έχεις ζηλέψει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ζηλέψει
εμείς — we έχουμε ζηλέψει
εσείς — you (plural / polite) έχετε ζηλέψει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ζηλέψει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα ζηλέψει
εσύ — you είχες ζηλέψει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ζηλέψει
εμείς — we είχαμε ζηλέψει
εσείς — you (plural / polite) είχατε ζηλέψει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ζηλέψει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα ζηλεύω
εσύ — you θα ζηλεύεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ζηλεύει
εμείς — we θα ζηλεύουμε, θα ζηλεύομε
εσείς — you (plural / polite) θα ζηλεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ζηλεύουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα ζηλέψω
εσύ — you θα ζηλέψεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ζηλέψει
εμείς — we θα ζηλέψουμε, θα ζηλέψομε
εσείς — you (plural / polite) θα ζηλέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ζηλέψουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω ζηλέψει
εσύ — you θα έχεις ζηλέψει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ζηλέψει
εμείς — we θα έχουμε ζηλέψει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ζηλέψει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ζηλέψει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να ζηλεύω
εσύ — you να ζηλεύεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ζηλεύει
εμείς — we να ζηλεύουμε, να ζηλεύομε
εσείς — you (plural / polite) να ζηλεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ζηλεύουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να ζηλέψω
εσύ — you να ζηλέψεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ζηλέψει
εμείς — we να ζηλέψουμε, να ζηλέψομε
εσείς — you (plural / polite) να ζηλέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ζηλέψουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω ζηλέψει
εσύ — you να έχεις ζηλέψει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ζηλέψει
εμείς — we να έχουμε ζηλέψει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ζηλέψει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ζηλέψει

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Can describe wanting something someone else has or feeling jealous in a relationship. ζηλεύοντας means envying or being jealous.

Ζηλεύω την υπομονή σου.

I envy your patience.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ζηλεύω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/zileuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /zileuo/