ζεσταίνω (zestaino) — to warm

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ζεσταίνω — to warm; heat up.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ζεσταίνω ζεσταίνομαι
εσύ — you ζεσταίνεις ζεσταίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ζεσταίνει ζεσταίνεται
εμείς — we ζεσταίνουμε, ζεσταίνομε ζεσταινόμαστε
εσείς — you (plural / polite) ζεσταίνετε ζεσταίνεστε, ζεσταινόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ζεσταίνουν(ε) ζεσταίνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ζέσταινα ζεσταινόμουν(α)
εσύ — you ζέσταινες ζεσταινόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ζέσταινε ζεσταινόταν(ε)
εμείς — we ζεσταίναμε ζεσταινόμασταν
εσείς — you (plural / polite) ζεσταίνατε ζεσταινόσαστε, ζεσταινόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they ζέσταιναν, ζεσταίναν(ε) ζεσταίνονταν, ζεσταινόντανε, ζεσταινόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ζέστανα ζεστάθηκα
εσύ — you ζέστανες ζεστάθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ζέστανε ζεστάθηκε
εμείς — we ζεστάναμε ζεσταθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ζεστάνατε ζεσταθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ζέσταναν, ζεστάναν(ε) ζεστάθηκαν, ζεσταθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω ζεστάνει έχω ζεσταθεί
εσύ — you έχεις ζεστάνει έχεις ζεσταθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ζεστάνει έχει ζεσταθεί
εμείς — we έχουμε ζεστάνει έχουμε ζεσταθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ζεστάνει έχετε ζεσταθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ζεστάνει έχουν ζεσταθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα ζεστάνει είχα ζεσταθεί
εσύ — you είχες ζεστάνει είχες ζεσταθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ζεστάνει είχε ζεσταθεί
εμείς — we είχαμε ζεστάνει είχαμε ζεσταθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ζεστάνει είχατε ζεσταθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ζεστάνει είχαν ζεσταθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ζεσταίνω θα ζεσταίνομαι
εσύ — you θα ζεσταίνεις θα ζεσταίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ζεσταίνει θα ζεσταίνεται
εμείς — we θα ζεσταίνουμε, θα ζεσταίνομε θα ζεσταινόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ζεσταίνετε θα ζεσταίνεστε, θα ζεσταινόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ζεσταίνουν(ε) θα ζεσταίνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ζεστάνω θα ζεσταθώ
εσύ — you θα ζεστάνεις θα ζεσταθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ζεστάνει θα ζεσταθεί
εμείς — we θα ζεστάνουμε, θα ζεστάνομε θα ζεσταθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ζεστάνετε θα ζεσταθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ζεστάνουν(ε) θα ζεσταθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω ζεστάνει θα έχω ζεσταθεί
εσύ — you θα έχεις ζεστάνει θα έχεις ζεσταθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ζεστάνει θα έχει ζεσταθεί
εμείς — we θα έχουμε ζεστάνει θα έχουμε ζεσταθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ζεστάνει θα έχετε ζεσταθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ζεστάνει θα έχουν ζεσταθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ζεσταίνω να ζεσταίνομαι
εσύ — you να ζεσταίνεις να ζεσταίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ζεσταίνει να ζεσταίνεται
εμείς — we να ζεσταίνουμε, να ζεσταίνομε να ζεσταινόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ζεσταίνετε να ζεσταίνεστε, να ζεσταινόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ζεσταίνουν(ε) να ζεσταίνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ζεστάνω να ζεσταθώ
εσύ — you να ζεστάνεις να ζεσταθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ζεστάνει να ζεσταθεί
εμείς — we να ζεστάνουμε, να ζεστάνομε να ζεσταθούμε
εσείς — you (plural / polite) να ζεστάνετε να ζεσταθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ζεστάνουν(ε) να ζεσταθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω ζεστάνει να έχω ζεσταθεί
εσύ — you να έχεις ζεστάνει να έχεις ζεσταθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ζεστάνει να έχει ζεσταθεί
εμείς — we να έχουμε ζεστάνει να έχουμε ζεσταθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ζεστάνει να έχετε ζεσταθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ζεστάνει να έχουν ζεσταθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: ζέσταινε (εσύ), ζεσταίνετε (εσείς). Middle: ζεστάσου, ζεσταθείτε.

Simple: ζέστανε (εσύ); ζεστάνετε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • ζεσταίνομαι can mean warming up or feeling hot. ζεσταμένος, -η, -ο describes a warmed state; ζεστός, -ή, -ό is the ordinary adjective warm or hot.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Ζέστανε λίγο νερό.

Heat up a little water.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ζεσταίνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/zestaino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /zestaino/