Trelaino

Trelaino

ΤΡΕΛΑΙΝΩ
go insane
Active Passive
Singular Plural Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
τρελαίνω τρελαίνουμε, τρελαίνομε τρελαίνομαι τρελαινόμαστε
τρελαίνεις τρελαίνετε τρελαίνεσαι τρελαίνεστε, τρελαινόσαστε
τρελαίνει τρελαίνουν(ε) τρελαίνεται τρελαίνονται
Imper
fect
τρέλαινα τρελαίναμε τρελαινόμουν(α) τρελαινόμαστε, τρελαινόμασταν
τρέλαινες τρελαίνατε τρελαινόσουν(α) τρελαινόσαστε, τρελαινόσασταν
τρέλαινε τρέλαιναν, τρελαίναν(ε) τρελαινόταν(ε) τρελαίνονταν, τρελαινόντανε, τρελαινόντουσαν
Aorist τρέλανα τρελάναμε τρελάθηκα τρελαθήκαμε
τρέλανες τρελάνατε τρελάθηκες τρελαθήκατε
τρέλανε τρέλαναν, τρελάναν(ε) τρελάθηκε τρελάθηκαν, τρελαθήκαν(ε)
Per
fect
έχω τρελάνει
έχω τρελαμένο
έχουμε τρελάνει
έχουμε τρελαμένο
έχω τρελαθεί
είμαι τρελαμένος, -η
έχουμε τρελαθεί
είμαστε τρελαμένοι, -ες
έχεις τρελάνει
έχεις τρελαμένο
έχετε τρελάνει
έχετε τρελαμένο
έχεις τρελαθεί
είσαι τρελαμένος, -η
έχετε τρελαθεί
είστε τρελαμένοι, -ες
έχει τρελάνει
έχει τρελαμένο
έχουν τρελάνει
έχουν τρελαμένο
έχει τρελαθεί
είναι τρελαμένος, -η, -ο
έχουν τρελαθεί
είναι τρελαμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα τρελάνει
είχα τρελαμένο
είχαμε τρελάνει
είχαμε τρελαμένο
είχα τρελαθεί
ήμουν τρελαμένος, -η
είχαμε τρελαθεί
ήμαστε τρελαμένοι, -ες
είχες τρελάνει
είχες τρελαμένο
είχατε τρελάνει
είχατε τρελαμένο
είχες τρελαθεί
ήσουν τρελαμένος, -η
είχατε τρελαθεί
ήσαστε τρελαμένοι, -ες
είχε τρελάνει
είχε τρελαμένο
είχαν τρελάνει
είχαν τρελαμένο
είχε τρελαθεί
ήταν τρελαμένος, -η, -ο
είχαν τρελαθεί
ήταν τρελαμένοι, -ες, -α
Fut
ure
Cont
inuous
θα τρελαίνω θα τρελαίνουμε, θα τρελαίνομε θα τρελαίνομαι θα τρελαινόμαστε
θα τρελαίνεις θα τρελαίνετε θα τρελαίνεσαι θα τρελαίνεστε, θα τρελαινόσαστε
θα τρελαίνει θα τρελαίνουν(ε) θα τρελαίνεται θα τρελαίνονται
Simp
Fut
θα τρελάνω θα τρελάνουμε, θα τρελάνομε θα τρελαθώ θα τρελαθούμε
θα τρελάνεις θα τρελάνετε θα τρελαθείς θα τρελαθείτε
θα τρελάνει θα τρελάνουν(ε) θα τρελαθεί θα τρελαθούν(ε)
Fut
Perf
θα έχω τρελάνει
θα έχω τρελαμένο
θα έχουμε τρελάνει
θα έχουμε τρελαμένο
θα έχω τρελαθεί
θα είμαι τρελαμένος, -η
θα έχουμε τρελαθεί
θα είμαστε τρελαμένοι, -ες
θα έχεις τρελάνει
θα έχεις τρελαμένο
θα έχετε τρελάνει
θα έχετε τρελαμένο
θα έχεις τρελαθεί
θα είσαι τρελαμένος, -η
θα έχετε τρελαθεί
θα είστε τρελαμένοι, -ες
θα έχει τρελάνει
θα έχει τρελαμένο
θα έχουν τρελάνει
θα έχουν τρελαμένο
θα έχει τρελαθεί
θα είναι τρελαμένος, -η, -ο
θα έχουν τρελαθεί
θα είναι τρελαμένοι, -ες, -α
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να τρελαίνω να τρελαίνουμε, να τρελαίνομε να τρελαίνομαι να τρελαινόμαστε
να τρελαίνεις να τρελαίνετε να τρελαίνεσαι να τρελαίνεστε, να τρελαινόσαστε
να τρελαίνει να τρελαίνουν(ε) να τρελαίνεται να τρελαίνονται
Aorist να τρελάνω να τρελάνουμε, να τρελάνομε να τρελαθώ να τρελαθούμε
να τρελάνεις να τρελάνετε να τρελαθείς να τρελαθείτε
να τρελάνει να τρελάνουν(ε) να τρελαθεί να τρελαθούν(ε)
Perf να έχω τρελάνει
να έχω τρελαμένο
να έχουμε τρελάνει
να έχουμε τρελαμένο
να έχω τρελαθεί
να είμαι τρελαμένος, -η
να έχουμε τρελαθεί
να είμαστε τρελαμένοι, -ες
να έχεις τρελάνει
να έχεις τρελαμένο
να έχετε τρελάνει
να έχετε τρελαμένο
να έχεις τρελαθεί
να είσαι τρελαμένος, -η
να έχετε τρελαθεί
να είστε τρελαμένοι, -ες
να έχει τρελάνει
να έχει τρελαμένο
να έχουν τρελάνει
να έχουν τρελαμένο
να έχει τρελαθεί
να είναι τρελαμένος, -η, -ο
να έχουν τρελαθεί
να είναι τρελαμένοι, -ες, -α
Imper
ative
Pres τρέλαινε τρελαίνετε τρελαίνεστε
Aorist τρέλανε τρελάνετε τρελαθείτε
Part
iciple
Pres τρελαίνοντας
Perf έχοντας τρελάνει, έχοντας τρελαμένο τρελαμένος, -η, -ο τρελαμένοι, -ες, -α
Infin Aorist τρελάνει τρελαθεί


2017-03-22T01:57:15+00:00