Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

χωρίζω — to separate

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

χωρίζω — to separate; divide; break up.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I χωρίζω χωρίζομαι
εσύ — you χωρίζεις χωρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it χωρίζει χωρίζεται
εμείς — we χωρίζουμε, χωρίζομε χωριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) χωρίζετε χωρίζεστε, χωριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they χωρίζουν(ε) χωρίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I χώριζα χωριζόμουν(α)
εσύ — you χώριζες χωριζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it χώριζε χωριζόταν(ε)
εμείς — we χωρίζαμε χωριζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) χωρίζατε χωριζόσαστε, χωριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they χώριζαν, χωρίζαν(ε) χωρίζονταν, χωριζόντανε, χωριζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I χώρισα χωρίστηκα
εσύ — you χώρισες χωρίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it χώρισε χωρίστηκε
εμείς — we χωρίσαμε χωριστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) χωρίσατε χωριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they χώρισαν, χωρίσαν(ε) χωρίστηκαν, χωριστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω χωρίσει έχω χωριστεί
εσύ — you έχεις χωρίσει έχεις χωριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει χωρίσει έχει χωριστεί
εμείς — we έχουμε χωρίσει έχουμε χωριστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε χωρίσει έχετε χωριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν χωρίσει έχουν χωριστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα χωρίσει είχα χωριστεί
εσύ — you είχες χωρίσει είχες χωριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε χωρίσει είχε χωριστεί
εμείς — we είχαμε χωρίσει είχαμε χωριστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε χωρίσει είχατε χωριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν χωρίσει είχαν χωριστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα χωρίζω θα χωρίζομαι
εσύ — you θα χωρίζεις θα χωρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα χωρίζει θα χωρίζεται
εμείς — we θα χωρίζουμε, θα χωρίζομε θα χωριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα χωρίζετε θα χωρίζεστε, θα χωριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα χωρίζουν(ε) θα χωρίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα χωρίσω θα χωριστώ
εσύ — you θα χωρίσεις θα χωριστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα χωρίσει θα χωριστεί
εμείς — we θα χωρίσουμε, θα χωρίσομε θα χωριστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα χωρίσετε θα χωριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα χωρίσουν(ε) θα χωριστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω χωρίσει θα έχω χωριστεί
εσύ — you θα έχεις χωρίσει θα έχεις χωριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει χωρίσει θα έχει χωριστεί
εμείς — we θα έχουμε χωρίσει θα έχουμε χωριστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε χωρίσει θα έχετε χωριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν χωρίσει θα έχουν χωριστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να χωρίζω να χωρίζομαι
εσύ — you να χωρίζεις να χωρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να χωρίζει να χωρίζεται
εμείς — we να χωρίζουμε, να χωρίζομε να χωριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να χωρίζετε να χωρίζεστε, να χωριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να χωρίζουν(ε) να χωρίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να χωρίσω να χωριστώ
εσύ — you να χωρίσεις να χωριστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να χωρίσει να χωριστεί
εμείς — we να χωρίσουμε, να χωρίσομε να χωριστούμε
εσείς — you (plural / polite) να χωρίσετε να χωριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να χωρίσουν(ε) να χωριστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω χωρίσει να έχω χωριστεί
εσύ — you να έχεις χωρίσει να έχεις χωριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει χωρίσει να έχει χωριστεί
εμείς — we να έχουμε χωρίσει να έχουμε χωριστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε χωρίσει να έχετε χωριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν χωρίσει να έχουν χωριστεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: χώριζε (εσύ), χωρίζετε (εσείς). Middle: χωρίσου, χωριστείτε.

Simple: χώρισε (εσύ); χωρίστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The active can separate objects, divide an amount or describe a couple breaking up. χωρίζομαι can mean being divided or parting from someone. χωρισμένος, -η, -ο means separated or divorced, depending on context.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Χώρισε το κείμενο σε παραγράφους.

Divide the text into paragraphs.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — χωρίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/xorizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /xorizo/