Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
τολμάω / τολμώ — to dare; venture.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
τολμάω, τολμώ |
| εσύ — you |
τολμάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
τολμάει, τολμά |
| εμείς — we |
τολμάμε, τολμούμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
τολμάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
τολμάν(ε), τολμούν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
τολμούσα, τόλμαγα |
| εσύ — you |
τολμούσες, τόλμαγες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
τολμούσε, τόλμαγε |
| εμείς — we |
τολμούσαμε, τολμάγαμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
τολμούσατε, τολμάγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
τολμούσαν(ε), τόλμαγαν, τολμάγανε |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
τόλμησα |
| εσύ — you |
τόλμησες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
τόλμησε |
| εμείς — we |
τολμήσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
τολμήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
τόλμησαν, τολμήσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
έχω τολμήσει |
| εσύ — you |
έχεις τολμήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
έχει τολμήσει |
| εμείς — we |
έχουμε τολμήσει |
| εσείς — you (plural / polite) |
έχετε τολμήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
έχουν τολμήσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
είχα τολμήσει |
| εσύ — you |
είχες τολμήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
είχε τολμήσει |
| εμείς — we |
είχαμε τολμήσει |
| εσείς — you (plural / polite) |
είχατε τολμήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
είχαν τολμήσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα τολμάω, θα τολμώ |
| εσύ — you |
θα τολμάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα τολμάει, θα τολμά |
| εμείς — we |
θα τολμάμε, θα τολμούμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα τολμάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα τολμάν(ε), θα τολμούν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα τολμήσω |
| εσύ — you |
θα τολμήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα τολμήσει |
| εμείς — we |
θα τολμήσουμε, θα τολμήσομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα τολμήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα τολμήσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα έχω τολμήσει |
| εσύ — you |
θα έχεις τολμήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα έχει τολμήσει |
| εμείς — we |
θα έχουμε τολμήσει |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα έχετε τολμήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα έχουν τολμήσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να τολμάω, να τολμώ |
| εσύ — you |
να τολμάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να τολμάει, να τολμά |
| εμείς — we |
να τολμάμε, να τολμούμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να τολμάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να τολμάν(ε), να τολμούν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να τολμήσω |
| εσύ — you |
να τολμήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να τολμήσει |
| εμείς — we |
να τολμήσουμε, να τολμήσομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να τολμήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να τολμήσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να έχω τολμήσει |
| εσύ — you |
να έχεις τολμήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να έχει τολμήσει |
| εμείς — we |
να έχουμε τολμήσει |
| εσείς — you (plural / polite) |
να έχετε τολμήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να έχουν τολμήσει |
Imperative · Προστακτική
Continuous: τόλμα (εσύ), τολμάτε (εσείς).
Simple: τόλμησε (εσύ); τολμήστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Often followed by να + a verb. The present variants τολμάω and τολμώ share the perfective forms τόλμησα, θα τολμήσω and έχω τολμήσει.
Δεν τόλμησα να ρωτήσω.
I did not dare to ask.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — τολμώ.