σκάβω (skabo) — to dig

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

σκάβω means to dig or excavate. The passive means to be dug.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σκάβω σκάβομαι
εσύ — you σκάβεις σκάβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σκάβει σκάβεται
εμείς — we σκάβουμε, σκάβομε σκαβόμαστε
εσείς — you (plural / polite) σκάβετε σκάβεστε, σκαβόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σκάβουν(ε) σκάβονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έσκαβα σκαβόμουν(α)
εσύ — you έσκαβες σκαβόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έσκαβε σκαβόταν(ε)
εμείς — we σκάβαμε σκαβόμασταν
εσείς — you (plural / polite) σκάβατε σκαβόσαστε, σκαβόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έσκαβαν, σκάβαν(ε) σκάβονταν, σκαβόντανε, σκαβόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έσκαψα σκάφτηκα
εσύ — you έσκαψες σκάφτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έσκαψε σκάφτηκε
εμείς — we σκάψαμε σκαφτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) σκάψατε σκαφτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έσκαψαν, σκάψαν(ε) σκάφτηκαν, σκαφτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω σκάψει έχω σκαφτεί
εσύ — you έχεις σκάψει έχεις σκαφτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει σκάψει έχει σκαφτεί
εμείς — we έχουμε σκάψει έχουμε σκαφτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε σκάψει έχετε σκαφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν σκάψει έχουν σκαφτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα σκάψει είχα σκαφτεί
εσύ — you είχες σκάψει είχες σκαφτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε σκάψει είχε σκαφτεί
εμείς — we είχαμε σκάψει είχαμε σκαφτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε σκάψει είχατε σκαφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν σκάψει είχαν σκαφτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σκάβω θα σκάβομαι
εσύ — you θα σκάβεις θα σκάβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σκάβει θα σκάβεται
εμείς — we θα σκάβουμε, θα σκάβομε θα σκαβόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα σκάβετε θα σκάβεστε, θα σκαβόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σκάβουν(ε) θα σκάβονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σκάψω θα σκαφτώ
εσύ — you θα σκάψεις θα σκαφτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σκάψει θα σκαφτεί
εμείς — we θα σκάψουμε, θα σκάψομε θα σκαφτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα σκάψετε θα σκαφτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σκάψουν(ε) θα σκαφτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω σκάψει θα έχω σκαφτεί
εσύ — you θα έχεις σκάψει θα έχεις σκαφτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει σκάψει θα έχει σκαφτεί
εμείς — we θα έχουμε σκάψει θα έχουμε σκαφτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε σκάψει θα έχετε σκαφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν σκάψει θα έχουν σκαφτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σκάβω να σκάβομαι
εσύ — you να σκάβεις να σκάβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σκάβει να σκάβεται
εμείς — we να σκάβουμε, να σκάβομε να σκαβόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να σκάβετε να σκάβεστε, να σκαβόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σκάβουν(ε) να σκάβονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σκάψω να σκαφτώ
εσύ — you να σκάψεις να σκαφτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σκάψει να σκαφτεί
εμείς — we να σκάψουμε, να σκάψομε να σκαφτούμε
εσείς — you (plural / polite) να σκάψετε να σκαφτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σκάψουν(ε) να σκαφτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω σκάψει να έχω σκαφτεί
εσύ — you να έχεις σκάψει να έχεις σκαφτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει σκάψει να έχει σκαφτεί
εμείς — we να έχουμε σκάψει να έχουμε σκαφτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε σκάψει να έχετε σκαφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν σκάψει να έχουν σκαφτεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: σκάβε / σκάβετε.

Simple: σκάψε (εσύ); σκάψτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • Perfective: έσκαψα / σκάψω / σκάψει; passive σκάφτηκα / σκαφτώ / σκαφτεί.

Έσκαψαν έναν λάκκο.

They dug a hole.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — σκάβω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/skabo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /skabo/