Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

ράβω — to sew

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ράβω means to sew or stitch. The passive means to be sewn; ράβομαι can also describe having clothes made.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ράβω ράβομαι
εσύ — you ράβεις ράβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ράβει ράβεται
εμείς — we ράβουμε, ράβομε ραβόμαστε
εσείς — you (plural / polite) ράβετε ράβεστε, ραβόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ράβουν(ε) ράβονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έραβα ραβόμουν(α)
εσύ — you έραβες ραβόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έραβε ραβόταν(ε)
εμείς — we ράβαμε ραβόμασταν
εσείς — you (plural / polite) ράβατε ραβόσαστε, ραβόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έραβαν, ράβαν(ε) ράβονταν, ραβόντανε, ραβόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έραψα ράφτηκα
εσύ — you έραψες ράφτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έραψε ράφτηκε
εμείς — we ράψαμε ραφτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ράψατε ραφτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έραψαν, ράψαν(ε) ράφτηκαν, ραφτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω ράψει έχω ραφτεί
εσύ — you έχεις ράψει έχεις ραφτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ράψει έχει ραφτεί
εμείς — we έχουμε ράψει έχουμε ραφτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ράψει έχετε ραφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ράψει έχουν ραφτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα ράψει είχα ραφτεί
εσύ — you είχες ράψει είχες ραφτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ράψει είχε ραφτεί
εμείς — we είχαμε ράψει είχαμε ραφτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ράψει είχατε ραφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ράψει είχαν ραφτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ράβω θα ράβομαι
εσύ — you θα ράβεις θα ράβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ράβει θα ράβεται
εμείς — we θα ράβουμε, θα ράβομε θα ραβόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ράβετε θα ράβεστε, θα ραβόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ράβουν(ε) θα ράβονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ράψω θα ραφτώ
εσύ — you θα ράψεις θα ραφτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ράψει θα ραφτεί
εμείς — we θα ράψουμε, θα ράψομε θα ραφτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ράψετε θα ραφτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ράψουν(ε) θα ραφτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω ράψει θα έχω ραφτεί
εσύ — you θα έχεις ράψει θα έχεις ραφτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ράψει θα έχει ραφτεί
εμείς — we θα έχουμε ράψει θα έχουμε ραφτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ράψει θα έχετε ραφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ράψει θα έχουν ραφτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ράβω να ράβομαι
εσύ — you να ράβεις να ράβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ράβει να ράβεται
εμείς — we να ράβουμε, να ράβομε να ραβόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ράβετε να ράβεστε, να ραβόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ράβουν(ε) να ράβονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ράψω να ραφτώ
εσύ — you να ράψεις να ραφτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ράψει να ραφτεί
εμείς — we να ράψουμε, να ράψομε να ραφτούμε
εσείς — you (plural / polite) να ράψετε να ραφτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ράψουν(ε) να ραφτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω ράψει να έχω ραφτεί
εσύ — you να έχεις ράψει να έχεις ραφτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ράψει να έχει ραφτεί
εμείς — we να έχουμε ράψει να έχουμε ραφτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ράψει να έχετε ραφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ράψει να έχουν ραφτεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous ράβε ράβετε — ράβεστε
Simple ράψε ράψτε ράψου ραφτείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • Perfective: έραψα / ράψω / ράψει; passive: ράφτηκα / ραφτώ / ραφτεί.

Έραψα το κουμπί.

I sewed on the button.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ράβω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/rabo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /rabo/