Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

προσγειώνω — to land

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

προσγειώνω means to land an aircraft. προσγειώνομαι means to land or come down to earth.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I προσγειώνω προσγειώνομαι
εσύ — you προσγειώνεις προσγειώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it προσγειώνει προσγειώνεται
εμείς — we προσγειώνουμε, προσγειώνομε προσγειωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) προσγειώνετε προσγειώνεστε, προσγειωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they προσγειώνουν(ε) προσγειώνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I προσγείωνα προσγειωνόμουν(α)
εσύ — you προσγείωνες προσγειωνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it προσγείωνε προσγειωνόταν(ε)
εμείς — we προσγειώναμε προσγειωνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) προσγειώνατε προσγειωνόσαστε, προσγειωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they προσγείωναν, προσγειώναν(ε) προσγειώνονταν, προσγειωνόντανε, προσγειωνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I προσγείωσα προσγειώθηκα
εσύ — you προσγείωσες προσγειώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it προσγείωσε προσγειώθηκε
εμείς — we προσγειώσαμε προσγειωθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) προσγειώσατε προσγειωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they προσγείωσαν, προσγειώσαν(ε) προσγειώθηκαν, προσγειωθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω προσγειώσει έχω προσγειωθεί
εσύ — you έχεις προσγειώσει έχεις προσγειωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει προσγειώσει έχει προσγειωθεί
εμείς — we έχουμε προσγειώσει έχουμε προσγειωθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε προσγειώσει έχετε προσγειωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν προσγειώσει έχουν προσγειωθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα προσγειώσει είχα προσγειωθεί
εσύ — you είχες προσγειώσει είχες προσγειωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε προσγειώσει είχε προσγειωθεί
εμείς — we είχαμε προσγειώσει είχαμε προσγειωθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε προσγειώσει είχατε προσγειωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν προσγειώσει είχαν προσγειωθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα προσγειώνω θα προσγειώνομαι
εσύ — you θα προσγειώνεις θα προσγειώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα προσγειώνει θα προσγειώνεται
εμείς — we θα προσγειώνουμε, θα προσγειώνομε θα προσγειωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα προσγειώνετε θα προσγειώνεστε, θα προσγειωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα προσγειώνουν(ε) θα προσγειώνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα προσγειώσω θα προσγειωθώ
εσύ — you θα προσγειώσεις θα προσγειωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα προσγειώσει θα προσγειωθεί
εμείς — we θα προσγειώσουμε, θα προσγειώσομε θα προσγειωθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα προσγειώσετε θα προσγειωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα προσγειώσουν θα προσγειωθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω προσγειώσει θα έχω προσγειωθεί
εσύ — you θα έχεις προσγειώσει θα έχεις προσγειωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει προσγειώσει θα έχει προσγειωθεί
εμείς — we θα έχουμε προσγειώσει θα έχουμε προσγειωθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε προσγειώσει θα έχετε προσγειωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν προσγειώσει θα έχουν προσγειωθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να προσγειώνω να προσγειώνομαι
εσύ — you να προσγειώνεις να προσγειώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να προσγειώνει να προσγειώνεται
εμείς — we να προσγειώνουμε, να προσγειώνομε να προσγειωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να προσγειώνετε να προσγειώνεστε, να προσγειωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να προσγειώνουν(ε) να προσγειώνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να προσγειώσω να προσγειωθώ
εσύ — you να προσγειώσεις να προσγειωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να προσγειώσει να προσγειωθεί
εμείς — we να προσγειώσουμε, να προσγειώσομε να προσγειωθούμε
εσείς — you (plural / polite) να προσγειώσετε να προσγειωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να προσγειώσουν(ε) να προσγειωθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω προσγειώσει να έχω προσγειωθεί
εσύ — you να έχεις προσγειώσει να έχεις προσγειωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει προσγειώσει να έχει προσγειωθεί
εμείς — we να έχουμε προσγειώσει να έχουμε προσγειωθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε προσγειώσει να έχετε προσγειωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν προσγειώσει να έχουν προσγειωθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous προσγείωνε προσγειώνετε — προσγειώνεστε
Simple προσγείωσε προσγειώστε προσγειώσου προσγειωθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Το αεροπλάνο προσγειώθηκε.

The aircraft landed.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — προσγειώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/prosgeiono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /prosgeiono/