κατασκευάζω (kataskeuazo) — to construct; to manufacture

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

κατασκευάζω — to construct; to manufacture.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κατασκευάζω κατασκευάζομαι
εσύ — you κατασκευάζεις κατασκευάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κατασκευάζει κατασκευάζεται
εμείς — we κατασκευάζουμε, κατασκευάζομε κατασκευαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) κατασκευάζετε κατασκευάζεστε, κατασκευαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κατασκευάζουν(ε) κατασκευάζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κατασκεύαζα κατασκευαζόμουν(α)
εσύ — you κατασκεύαζες κατασκευαζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κατασκεύαζε κατασκευαζόταν(ε)
εμείς — we κατασκευάζαμε κατασκευαζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) κατασκευάζατε κατασκευαζόσαστε, κατασκευαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they κατασκεύαζαν, κατασκευάζαν(ε) κατασκευάζονταν, κατασκευαζόντανε, κατασκευαζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κατασκεύασα κατασκευάστηκα
εσύ — you κατασκεύασες κατασκευάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κατασκεύασε κατασκευάστηκε
εμείς — we κατασκευάσαμε κατασκευαστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) κατασκευάσατε κατασκευαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κατασκεύασαν, κατασκευάσαν(ε) κατασκευάστηκαν, κατασκευαστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω κατασκευάσει έχω κατασκευαστεί
εσύ — you έχεις κατασκευάσει έχεις κατασκευαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει κατασκευάσει έχει κατασκευαστεί
εμείς — we έχουμε κατασκευάσει έχουμε κατασκευαστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε κατασκευάσει έχετε κατασκευαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν κατασκευάσει έχουν κατασκευαστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα κατασκευάσει είχα κατασκευαστεί
εσύ — you είχες κατασκευάσει είχες κατασκευαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε κατασκευάσει είχε κατασκευαστεί
εμείς — we είχαμε κατασκευάσει είχαμε κατασκευαστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε κατασκευάσει είχατε κατασκευαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν κατασκευάσει είχαν κατασκευαστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κατασκευάζω θα κατασκευάζομαι
εσύ — you θα κατασκευάζεις θα κατασκευάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κατασκευάζει θα κατασκευάζεται
εμείς — we θα κατασκευάζουμε, θα κατασκευάζομε θα κατασκευαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα κατασκευάζετε θα κατασκευάζεστε, θα κατασκευαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κατασκευάζουν(ε) θα κατασκευάζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κατασκευάσω θα κατασκευαστώ
εσύ — you θα κατασκευάσεις θα κατασκευαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κατασκευάσει θα κατασκευαστεί
εμείς — we θα κατασκευάσουμε, θα κατασκευάσομε θα κατασκευαστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα κατασκευάσετε θα κατασκευαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κατασκευάσουν(ε) θα κατασκευαστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω κατασκευάσει θα έχω κατασκευαστεί
εσύ — you θα έχεις κατασκευάσει θα έχεις κατασκευαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει κατασκευάσει θα έχει κατασκευαστεί
εμείς — we θα έχουμε κατασκευάσει θα έχουμε κατασκευαστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε κατασκευάσει θα έχετε κατασκευαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν κατασκευάσει θα έχουν κατασκευαστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κατασκευάζω να κατασκευάζομαι
εσύ — you να κατασκευάζεις να κατασκευάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κατασκευάζει να κατασκευάζεται
εμείς — we να κατασκευάζουμε, να κατασκευάζομε να κατασκευαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να κατασκευάζετε να κατασκευάζεστε, να κατασκευαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κατασκευάζουν(ε) να κατασκευάζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κατασκευάσω να κατασκευαστώ
εσύ — you να κατασκευάσεις να κατασκευαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κατασκευάσει να κατασκευαστεί
εμείς — we να κατασκευάσουμε, να κατασκευάσομε να κατασκευαστούμε
εσείς — you (plural / polite) να κατασκευάσετε να κατασκευαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κατασκευάσουν(ε) να κατασκευαστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω κατασκευάσει να έχω κατασκευαστεί
εσύ — you να έχεις κατασκευάσει να έχεις κατασκευαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει κατασκευάσει να έχει κατασκευαστεί
εμείς — we να έχουμε κατασκευάσει να έχουμε κατασκευαστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε κατασκευάσει να έχετε κατασκευαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν κατασκευάσει να έχουν κατασκευαστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous κατασκεύαζε κατασκευάζετε — —
Simple κατασκεύασε κατασκευάστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Κατασκευάζω means to construct or manufacture; it can also mean to fabricate a story or accusation. Passive forms usually refer to the thing produced.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Κατασκεύασαν μια ξύλινη γέφυρα.

They built a wooden bridge.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κατασκευάζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/kataskeuazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /kataskeuazo/