καταριέμαι (katariemai) — to curse

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

καταριέμαι — to curse.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I καταριέμαι
εσύ — you καταριέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καταριέται
εμείς — we καταριόμαστε
εσείς — you (plural / polite) καταριέστε, καταριόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they καταριούνται, καταριόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I καταριόμουν(α)
εσύ — you καταριόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καταριόταν(ε)
εμείς — we καταριόμασταν
εσείς — you (plural / polite) καταριόσαστε, καταριόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they καταριόνταν(ε), καταριούνταν, καταριόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I καταράστηκα
εσύ — you καταράστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καταράστηκε
εμείς — we καταραστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) καταραστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they καταράστηκαν, καταραστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω καταραστεί
εσύ — you έχεις καταραστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει καταραστεί
εμείς — we έχουμε καταραστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε καταραστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν καταραστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα καταραστεί
εσύ — you είχες καταραστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε καταραστεί
εμείς — we είχαμε καταραστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε καταραστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν καταραστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα καταριέμαι
εσύ — you θα καταριέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καταριέται
εμείς — we θα καταριόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα καταριέστε, θα καταριόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καταριούνται, θα καταριόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα καταραστώ
εσύ — you θα καταραστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καταραστεί
εμείς — we θα καταραστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα καταραστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καταραστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω καταραστεί
εσύ — you θα έχεις καταραστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει καταραστεί
εμείς — we θα έχουμε καταραστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε καταραστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν καταραστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να καταριέμαι
εσύ — you να καταριέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καταριέται
εμείς — we να καταριόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να καταριέστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καταριούνται, να καταριόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να καταραστώ
εσύ — you να καταραστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καταραστεί
εμείς — we να καταραστούμε
εσείς — you (plural / polite) να καταραστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καταραστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω καταραστεί
εσύ — you να έχεις καταραστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει καταραστεί
εμείς — we να έχουμε καταραστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε καταραστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν καταραστεί

Imperative · Προστακτική

—

Simple: καταράσου (εσύ); καταραστείτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • This verb has middle endings and an active meaning. Καταραμένος means cursed or damned; it does not replace έχω καταραστεί, which means I have cursed.

Καταράστηκε την τύχη του.

He cursed his luck.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — καταριέμαι.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/katariemai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /katariemai/