καταφρονώ (katafrono) — to scorn; to despise

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

καταφρονώ — to scorn; to despise.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I καταφρονώ καταφρονούμαι
εσύ — you καταφρονείς καταφρονείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καταφρονεί καταφρονείται
εμείς — we καταφρονούμε καταφρονούμαστε
εσείς — you (plural / polite) καταφρονείτε καταφρονείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they καταφρονούν(ε) καταφρονούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I καταφρονούσα καταφρονούμουν
εσύ — you καταφρονούσες —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καταφρονούσε καταφρονούνταν
εμείς — we καταφρονούσαμε καταφρονούμασταν
εσείς — you (plural / polite) καταφρονούσατε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they καταφρονούσαν(ε) καταφρονούνταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I καταφρόνησα καταφρονήθηκα
εσύ — you καταφρόνησες καταφρονήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καταφρόνησε καταφρονήθηκε
εμείς — we καταφρονήσαμε καταφρονηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) καταφρονήσατε καταφρονηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they καταφρόνησαν, καταφρονήσαν(ε) καταφρονήθηκαν, καταφρονηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω καταφρονήσει έχω καταφρονηθεί
εσύ — you έχεις καταφρονήσει έχεις καταφρονηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει καταφρονήσει έχει καταφρονηθεί
εμείς — we έχουμε καταφρονήσει έχουμε καταφρονηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε καταφρονήσει έχετε καταφρονηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν καταφρονήσει έχουν καταφρονηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα καταφρονήσει είχα καταφρονηθεί
εσύ — you είχες καταφρονήσει είχες καταφρονηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε καταφρονήσει είχε καταφρονηθεί
εμείς — we είχαμε καταφρονήσει είχαμε καταφρονηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε καταφρονήσει είχατε καταφρονηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν καταφρονήσει είχαν καταφρονηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα καταφρονώ θα καταφρονούμαι
εσύ — you θα καταφρονείς θα καταφρονείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καταφρονεί θα καταφρονείται
εμείς — we θα καταφρονούμε θα καταφρονούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα καταφρονείτε θα καταφρονείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καταφρονούν(ε) θα καταφρονούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα καταφρονήσω θα καταφρονηθώ
εσύ — you θα καταφρονήσεις θα καταφρονηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καταφρονήσει θα καταφρονηθεί
εμείς — we θα καταφρονήσουμε θα καταφρονηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα καταφρονήσετε θα καταφρονηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καταφρονήσουν(ε) θα καταφρονηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω καταφρονήσει θα έχω καταφρονηθεί
εσύ — you θα έχεις καταφρονήσει θα έχεις καταφρονηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει καταφρονήσει θα έχει καταφρονηθεί
εμείς — we θα έχουμε καταφρονήσει θα έχουμε καταφρονηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε καταφρονήσει θα έχετε καταφρονηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν καταφρονήσει θα έχουν καταφρονηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να καταφρονώ να καταφρονούμαι
εσύ — you να καταφρονείς να καταφρονείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καταφρονεί να καταφρονείται
εμείς — we να καταφρονούμε να καταφρονούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να καταφρονείτε να καταφρονείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καταφρονούν(ε) να καταφρονούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να καταφρονήσω να καταφρονηθώ
εσύ — you να καταφρονήσεις να καταφρονηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καταφρονήσει να καταφρονηθεί
εμείς — we να καταφρονήσουμε, να καταφρονήσομε να καταφρονηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να καταφρονήσετε να καταφρονηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καταφρονήσουν(ε) να καταφρονηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω καταφρονήσει να έχω καταφρονηθεί
εσύ — you να έχεις καταφρονήσει να έχεις καταφρονηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει καταφρονήσει να έχει καταφρονηθεί
εμείς — we να έχουμε καταφρονήσει να έχουμε καταφρονηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε καταφρονήσει να έχετε καταφρονηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν καταφρονήσει να έχουν καταφρονηθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous — καταφρονείτε — —
Simple καταφρόνησε καταφρονήστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Καταφρονώ means to scorn or despise. Rare second-person passive imperfect forms are omitted; καταφρονείτο / καταφρονούντο are learned alternatives.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Δεν πρέπει να καταφρονούμε τους άλλους.

We should not despise others.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — καταφρονώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/katafrono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /katafrono/