καταφέρω (katafero) — to inflict; καταφέρομαι: to speak against

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

καταφέρω — to inflict; καταφέρομαι: to speak against.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I καταφέρω καταφέρομαι
εσύ — you καταφέρεις καταφέρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καταφέρει καταφέρεται
εμείς — we καταφέρουμε, καταφέρομε καταφερόμαστε
εσείς — you (plural / polite) καταφέρετε καταφέρεστε, καταφερόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they καταφέρουν(ε) καταφέρονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κατέφερα καταφερόμουν(α)
εσύ — you κατέφερες καταφερόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κατέφερε καταφερόταν(ε)
εμείς — we καταφέραμε καταφερόμασταν
εσείς — you (plural / polite) καταφέρατε καταφερόσαστε, καταφερόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they κατέφεραν, καταφέραν(ε) καταφέρονταν, καταφερόντανε, καταφερόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κατέφερα καταφέρθηκα
εσύ — you κατέφερες καταφέρθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κατέφερε καταφέρθηκε
εμείς — we καταφέραμε καταφερθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) καταφέρατε καταφερθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κατέφεραν, καταφέραν(ε) καταφέρθηκαν, καταφερθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω καταφέρει έχω καταφερθεί
εσύ — you έχεις καταφέρει έχεις καταφερθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει καταφέρει έχει καταφερθεί
εμείς — we έχουμε καταφέρει έχουμε καταφερθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε καταφέρει έχετε καταφερθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν καταφέρει έχουν καταφερθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα καταφέρει είχα καταφερθεί
εσύ — you είχες καταφέρει είχες καταφερθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε καταφέρει είχε καταφερθεί
εμείς — we είχαμε καταφέρει είχαμε καταφερθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε καταφέρει είχατε καταφερθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν καταφέρει είχαν καταφερθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα καταφέρω θα καταφέρομαι
εσύ — you θα καταφέρεις θα καταφέρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καταφέρει θα καταφέρεται
εμείς — we θα καταφέρουμε, θα καταφέρομε θα καταφερόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα καταφέρετε θα καταφέρεστε, θα καταφερόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καταφέρουν(ε) θα καταφέρονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα καταφέρω θα καταφερθώ
εσύ — you θα καταφέρεις θα καταφερθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καταφέρει θα καταφερθεί
εμείς — we θα καταφέρουμε, θα καταφέρομε θα καταφερθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα καταφέρετε θα καταφερθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καταφέρουν(ε) θα καταφερθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω καταφέρει θα έχω καταφερθεί
εσύ — you θα έχεις καταφέρει θα έχεις καταφερθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει καταφέρει θα έχει καταφερθεί
εμείς — we θα έχουμε καταφέρει θα έχουμε καταφερθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε καταφέρει θα έχετε καταφερθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν καταφέρει θα έχουν καταφερθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να καταφέρω να καταφέρομαι
εσύ — you να καταφέρεις να καταφέρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καταφέρει να καταφέρεται
εμείς — we να καταφέρουμε, να καταφέρομε να καταφερόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να καταφέρετε να καταφέρεστε, να καταφερόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καταφέρουν(ε) να καταφέρονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να καταφέρω να καταφερθώ
εσύ — you να καταφέρεις να καταφερθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καταφέρει να καταφερθεί
εμείς — we να καταφέρουμε, να καταφέρομε να καταφερθούμε
εσείς — you (plural / polite) να καταφέρετε να καταφερθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καταφέρουν(ε) να καταφερθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω καταφέρει να έχω καταφερθεί
εσύ — you να έχεις καταφέρει να έχεις καταφερθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει καταφέρει να έχει καταφερθεί
εμείς — we να έχουμε καταφέρει να έχουμε καταφερθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε καταφέρει να έχετε καταφερθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν καταφέρει να έχουν καταφερθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous κατάφερε καταφέρετε — —
Simple κατάφερε καταφέρετε, καταφέρτε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Active καταφέρω is used for inflicting a blow or damage. Καταφέρομαι εναντίον / κατά means to speak sharply against someone or something, not simply to be struck. The form καταφέρω also serves as the perfective of καταφέρνω (manage), which has a separate page.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Καταφέρθηκε κατά της απόφασης.

He spoke sharply against the decision.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — καταφέρω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/katafero/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /katafero/