σύρω (suro) — to drag; pull along

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

σύρω — to drag; pull along.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σύρω σύρομαι
εσύ — you σύρεις σύρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σύρει σύρεται
εμείς — we σύρουμε, σύρομε συρόμαστε
εσείς — you (plural / polite) σύρετε σύρεστε, συρόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σύρουν(ε) σύρονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έσυρα συρόμουν(α)
εσύ — you έσυρες συρόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έσυρε συρόταν(ε)
εμείς — we σύραμε συρόμασταν
εσείς — you (plural / polite) σύρατε συρόσαστε, συρόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έσυραν, σύραν(ε) σύρονταν, συρόντανε, συρόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έσυρα σύρθηκα
εσύ — you έσυρες σύρθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έσυρε σύρθηκε
εμείς — we σύραμε συρθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) σύρατε συρθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έσυραν, σύραν(ε) σύρθηκαν, συρθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω σύρει έχω συρθεί
εσύ — you έχεις σύρει έχεις συρθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει σύρει έχει συρθεί
εμείς — we έχουμε σύρει έχουμε συρθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε σύρει έχετε συρθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν σύρει έχουν συρθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα σύρει είχα συρθεί
εσύ — you είχες σύρει είχες συρθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε σύρει είχε συρθεί
εμείς — we είχαμε σύρει είχαμε συρθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε σύρει είχατε συρθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν σύρει είχαν συρθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σύρω θα σύρομαι
εσύ — you θα σύρεις θα σύρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σύρει θα σύρεται
εμείς — we θα σύρουμε, θα σύρομε θα συρόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα σύρετε θα σύρεστε, θα συρόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σύρουν(ε) θα σύρονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σύρω θα συρθώ
εσύ — you θα σύρεις θα συρθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σύρει θα συρθεί
εμείς — we θα σύρουμε, θα σύρομε θα συρθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα σύρετε θα συρθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σύρουν(ε) θα συρθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω σύρει θα έχω συρθεί
εσύ — you θα έχεις σύρει θα έχεις συρθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει σύρει θα έχει συρθεί
εμείς — we θα έχουμε σύρει θα έχουμε συρθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε σύρει θα έχετε συρθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν σύρει θα έχουν συρθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σύρω να σύρομαι
εσύ — you να σύρεις να σύρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σύρει να σύρεται
εμείς — we να σύρουμε, να σύρομε να συρόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να σύρετε να σύρεστε, να συρόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σύρουν(ε) να σύρονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σύρω να συρθώ
εσύ — you να σύρεις να συρθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σύρει να συρθεί
εμείς — we να σύρουμε, να σύρομε να συρθούμε
εσείς — you (plural / polite) να σύρετε να συρθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σύρουν(ε) να συρθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω σύρει να έχω συρθεί
εσύ — you να έχεις σύρει να έχεις συρθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει σύρει να έχει συρθεί
εμείς — we να έχουμε σύρει να έχουμε συρθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε σύρει να έχετε συρθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν σύρει να έχουν συρθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: σύρε (εσύ), σύρετε (εσείς). Middle: σύρου, συρθείτε.

Simple: σύρε (εσύ); σύρτε, σύρετε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • σύρω has identical active forms in several aspect pairs: έσυρα, θα σύρω and να σύρω. Context supplies the distinction. The related σέρνω has a distinct present stem.
  • σύρομαι can mean being dragged, dragging oneself or crawling. συρμένος, -η, -ο describes a dragged state.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Έσυρε την καρέκλα κοντά στο τραπέζι.

He dragged the chair closer to the table.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — σύρω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/suro/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /suro/