καταλαβαίνω (katalabaino) — to understand

Everyday Greek · Core 100

καταλαβαίνω: core forms & usage

to understand

The aorist loses -αιν-: κατάλαβα. Compare καταλάβαινα with κατάλαβα, and learn θα καταλάβω with them.

Καταλαβαίνω την ερώτηση τώρα.

I understand the question now.

Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.

See the six persons in each core tense

Present

PersonForms
Iκαταλαβαίνω
you (singular)καταλαβαίνεις
he / she / itκαταλαβαίνει
weκαταλαβαίνουμε, καταλαβαίνομε
you (plural or polite)καταλαβαίνετε
theyκαταλαβαίνουν, καταλαβαίνουνε

Imperfect

PersonForms
Iκαταλάβαινα
you (singular)καταλάβαινες
he / she / itκαταλάβαινε
weκαταλαβαίναμε
you (plural or polite)καταλαβαίνατε
theyκαταλάβαιναν, καταλαβαίναν, καταλαβαίνανε

Simple past (aorist)

PersonForms
Iκατάλαβα
you (singular)κατάλαβες
he / she / itκατάλαβε
weκαταλάβαμε
you (plural or polite)καταλάβατε
theyκατάλαβαν, καταλάβαν, καταλάβανε

Simple future

PersonForms
Iθα καταλάβω
you (singular)θα καταλάβεις
he / she / itθα καταλάβει
weθα καταλάβουμε, θα καταλάβομε
you (plural or polite)θα καταλάβετε
theyθα καταλάβουν, θα καταλάβουνε

About this collection

Identify a form of this verb → · Explore all 100 verbs

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

See this verb in use

Δεν καταλαβαίνω αυτή τη λέξη.

I do not understand this word.

Use δεν before the verb for an ordinary negative statement. Compare καταλαβαίνω, I understand, with κατάλαβα, I understood, and θα καταλάβω, I will understand.

καταλαβαίνω — to understand.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I καταλαβαίνω
εσύ — you καταλαβαίνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καταλαβαίνει
εμείς — we καταλαβαίνουμε, καταλαβαίνομε
εσείς — you (plural / polite) καταλαβαίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they καταλαβαίνουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I καταλάβαινα
εσύ — you καταλάβαινες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καταλάβαινε
εμείς — we καταλαβαίναμε
εσείς — you (plural / polite) καταλαβαίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they καταλάβαιναν, καταλαβαίναν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I κατάλαβα
εσύ — you κατάλαβες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κατάλαβε
εμείς — we καταλάβαμε
εσείς — you (plural / polite) καταλάβατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κατάλαβαν, καταλάβαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω καταλάβει
εσύ — you έχεις καταλάβει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει καταλάβει
εμείς — we έχουμε καταλάβει
εσείς — you (plural / polite) έχετε καταλάβει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν καταλάβει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα καταλάβει
εσύ — you είχες καταλάβει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε καταλάβει
εμείς — we είχαμε καταλάβει
εσείς — you (plural / polite) είχατε καταλάβει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν καταλάβει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα καταλαβαίνω
εσύ — you θα καταλαβαίνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καταλαβαίνει
εμείς — we θα καταλαβαίνουμε, θα καταλαβαίνομε
εσείς — you (plural / polite) θα καταλαβαίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καταλαβαίνουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα καταλάβω
εσύ — you θα καταλάβεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καταλάβει
εμείς — we θα καταλάβουμε, θα καταλάβομε
εσείς — you (plural / polite) θα καταλάβετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καταλάβουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω καταλάβει
εσύ — you θα έχεις καταλάβει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει καταλάβει
εμείς — we θα έχουμε καταλάβει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε καταλάβει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν καταλάβει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να καταλαβαίνω
εσύ — you να καταλαβαίνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καταλαβαίνει
εμείς — we να καταλαβαίνουμε, να καταλαβαίνομε
εσείς — you (plural / polite) να καταλαβαίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καταλαβαίνουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να καταλάβω
εσύ — you να καταλάβεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καταλάβει
εμείς — we να καταλάβουμε, να καταλάβομε
εσείς — you (plural / polite) να καταλάβετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καταλάβουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω καταλάβει
εσύ — you να έχεις καταλάβει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει καταλάβει
εμείς — we να έχουμε καταλάβει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε καταλάβει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν καταλάβει

Imperative · Προστακτική

καταλάβαινε / καταλαβαίνετε

Simple: κατάλαβε (εσύ); καταλάβετε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The perfective stem is καταλάβω and the simple past is κατάλαβα. Compare καταλαμβάνω (occupy), whose perfective forms overlap but whose past singular is κατέλαβα.

Δεν κατάλαβα την ερώτηση.

I did not understand the question.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — καταλαβαίνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/katalabaino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /katalabaino/