φυτεύω (futeuo) — to plant

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

φυτεύω — to plant.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I φυτεύω φυτεύομαι
εσύ — you φυτεύεις φυτεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φυτεύει φυτεύεται
εμείς — we φυτεύουμε, φυτεύομε φυτευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) φυτεύετε φυτεύεστε, φυτευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they φυτεύουν(ε) φυτεύονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I φύτευα φυτευόμουν(α)
εσύ — you φύτευες φυτευόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φύτευε φυτευόταν(ε)
εμείς — we φυτεύαμε φυτευόμασταν
εσείς — you (plural / polite) φυτεύατε φυτευόσαστε, φυτευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they φύτευαν, φυτεύαν(ε) φυτεύονταν, φυτευόντανε, φυτευόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I φύτεψα φυτεύτηκα
εσύ — you φύτεψες φυτεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φύτεψε φυτεύτηκε
εμείς — we φυτέψαμε φυτευτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) φυτέψατε φυτευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they φύτεψαν, φυτέψαν(ε) φυτεύτηκαν, φυτευτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω φυτέψει έχω φυτευτεί
εσύ — you έχεις φυτέψει έχεις φυτευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει φυτέψει έχει φυτευτεί
εμείς — we έχουμε φυτέψει έχουμε φυτευτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε φυτέψει έχετε φυτευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν φυτέψει έχουν φυτευτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα φυτέψει είχα φυτευτεί
εσύ — you είχες φυτέψει είχες φυτευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε φυτέψει είχε φυτευτεί
εμείς — we είχαμε φυτέψει είχαμε φυτευτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε φυτέψει είχατε φυτευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν φυτέψει είχαν φυτευτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα φυτεύω θα φυτεύομαι
εσύ — you θα φυτεύεις θα φυτεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα φυτεύει θα φυτεύεται
εμείς — we θα φυτεύουμε, θα φυτεύομε θα φυτευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα φυτεύετε θα φυτεύεστε, θα φυτευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα φυτεύουν(ε) θα φυτεύονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα φυτέψω θα φυτευτώ
εσύ — you θα φυτέψεις θα φυτευτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα φυτέψει θα φυτευτεί
εμείς — we θα φυτέψουμε, θα φυτέψομε θα φυτευτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα φυτέψετε θα φυτευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα φυτέψουν(ε) θα φυτευτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω φυτέψει θα έχω φυτευτεί
εσύ — you θα έχεις φυτέψει θα έχεις φυτευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει φυτέψει θα έχει φυτευτεί
εμείς — we θα έχουμε φυτέψει θα έχουμε φυτευτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε φυτέψει θα έχετε φυτευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν φυτέψει θα έχουν φυτευτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να φυτεύω να φυτεύομαι
εσύ — you να φυτεύεις να φυτεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να φυτεύει να φυτεύεται
εμείς — we να φυτεύουμε, να φυτεύομε να φυτευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να φυτεύετε να φυτεύεστε, να φυτευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να φυτεύουν(ε) να φυτεύονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να φυτέψω να φυτευτώ
εσύ — you να φυτέψεις να φυτευτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να φυτέψει να φυτευτεί
εμείς — we να φυτέψουμε, να φυτέψομε να φυτευτούμε
εσείς — you (plural / polite) να φυτέψετε να φυτευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να φυτέψουν(ε) να φυτευτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω φυτέψει να έχω φυτευτεί
εσύ — you να έχεις φυτέψει να έχεις φυτευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει φυτέψει να έχει φυτευτεί
εμείς — we να έχουμε φυτέψει να έχουμε φυτευτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε φυτέψει να έχετε φυτευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν φυτέψει να έχουν φυτευτεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous φύτευε φυτεύετε — —
Simple φύτεψε φυτέψτε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The simple past is φύτεψα, the dependent form is φυτέψει, and the plural command is φυτέψτε.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Φυτέψαμε ένα δέντρο.

We planted a tree.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — φυτεύω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/futeuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /futeuo/