Your Greek learning toolkit
ρήματαModern Greek Verbs

ενθουσιάζω — to excite; to delight

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ενθουσιάζω means to excite, delight or fill someone with enthusiasm. ενθουσιάζομαι means to become excited or enthusiastic.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ενθουσιάζω ενθουσιάζομαι
εσύ — you ενθουσιάζεις ενθουσιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ενθουσιάζει ενθουσιάζεται
εμείς — we ενθουσιάζουμε, ενθουσιάζομε ενθουσιαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) ενθουσιάζετε ενθουσιάζεστε, ενθουσιαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ενθουσιάζουν(ε) ενθουσιάζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ενθουσίαζα ενθουσιαζόμουνα
εσύ — you ενθουσίαζες ενθουσιαζόσουνα
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ενθουσίαζε ενθουσιαζότανε
εμείς — we ενθουσιάζαμε ενθουσιαζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) ενθουσιάζατε ενθουσιαζόσαστε, ενθουσιαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they ενθουσίαζαν, ενθουσιάζαν(ε) ενθουσιάζονταν, ενθουσιαζόντανε, ενθουσιαζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ενθουσίασα ενθουσιάστηκα
εσύ — you ενθουσίασες ενθουσιάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ενθουσίασε ενθουσιάστηκε
εμείς — we ενθουσιάσαμε ενθουσιαστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ενθουσιάσατε ενθουσιαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ενθουσίασαν, ενθουσιάσαν(ε) ενθουσιάστηκαν, ενθουσιαστήκανε

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω ενθουσιάσει έχω ενθουσιαστεί
εσύ — you έχεις ενθουσιάσει έχεις ενθουσιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ενθουσιάσει έχει ενθουσιαστεί
εμείς — we έχουμε ενθουσιάσει έχουμε ενθουσιαστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ενθουσιάσει έχετε ενθουσιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ενθουσιάσει έχουν ενθουσιαστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα ενθουσιάσει είχα ενθουσιαστεί
εσύ — you είχες ενθουσιάσει είχες ενθουσιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ενθουσιάσει είχε ενθουσιαστεί
εμείς — we είχαμε ενθουσιάσει είχαμε ενθουσιαστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ενθουσιάσει είχατε ενθουσιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ενθουσιάσει είχαν ενθουσιαστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ενθουσιάζω θα ενθουσιάζομαι
εσύ — you θα ενθουσιάζεις θα ενθουσιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ενθουσιάζει θα ενθουσιάζεται
εμείς — we θα ενθουσιάζουμε, θα ενθουσιάζομε θα ενθουσιαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ενθουσιάζετε θα ενθουσιάζεστε, θα ενθουσιαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ενθουσιάζουν(ε) θα ενθουσιάζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ενθουσιάσω θα ενθουσιαστώ
εσύ — you θα ενθουσιάσεις θα ενθουσιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ενθουσιάσει θα ενθουσιαστεί
εμείς — we θα ενθουσιάσουμε, θα ενθουσιάσομε θα ενθουσιαστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ενθουσιάσετε θα ενθουσιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ενθουσιάσουν(ε) θα ενθουσιαστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω ενθουσιάσει θα έχω ενθουσιαστεί
εσύ — you θα έχεις ενθουσιάσει θα έχεις ενθουσιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ενθουσιάσει θα έχει ενθουσιαστεί
εμείς — we θα έχουμε ενθουσιάσει θα έχουμε ενθουσιαστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ενθουσιάσει θα έχετε ενθουσιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ενθουσιάσει θα έχουν ενθουσιαστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ενθουσιάζω να ενθουσιάζομαι
εσύ — you να ενθουσιάζεις να ενθουσιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ενθουσιάζει να ενθουσιάζεται
εμείς — we να ενθουσιάζουμε, να ενθουσιάζομε να ενθουσιαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ενθουσιάζετε να ενθουσιάζεστε, να ενθουσιαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ενθουσιάζουν(ε) να ενθουσιάζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ενθουσιάσω να ενθουσιαστώ
εσύ — you να ενθουσιάσεις να ενθουσιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ενθουσιάσει να ενθουσιαστεί
εμείς — we να ενθουσιάσουμε, να ενθουσιάσομε να ενθουσιαστούμε
εσείς — you (plural / polite) να ενθουσιάσετε να ενθουσιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ενθουσιάσουν να ενθουσιαστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω ενθουσιάσει να έχω ενθουσιαστεί
εσύ — you να έχεις ενθουσιάσει να έχεις ενθουσιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ενθουσιάσει να έχει ενθουσιαστεί
εμείς — we να έχουμε ενθουσιάσει να έχουμε ενθουσιαστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ενθουσιάσει να έχετε ενθουσιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ενθουσιάσει να έχουν ενθουσιαστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous ενθουσίαζε ενθουσιάζετε — —
Simple ενθουσίασε ενθουσιάστε ενθουσιάσου ενθουσιαστείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • ενθουσιασμένος, -η, -ο describes an enthusiastic or delighted state. Commands to feel enthusiasm are rhetorical or context dependent.

Η παράσταση ενθουσίασε το κοινό.

The performance delighted the audience.

Ενθουσιάστηκα με την ιδέα.

I was thrilled by the idea.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ενθουσιάζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/enthousiazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /enthousiazo/