εξυψώνω (eksupsono) — to elevate

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

εξυψώνω means to elevate or raise in status, value or spirit. It is often formal or figurative.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εξυψώνω εξυψώνομαι
εσύ — you εξυψώνεις εξυψώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εξυψώνει εξυψώνεται
εμείς — we εξυψώνουμε, εξυψώνομε εξυψωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) εξυψώνετε εξυψώνεστε, εξυψωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εξυψώνουν(ε) εξυψώνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εξύψωνα εξυψωνόμουν(α)
εσύ — you εξύψωνες εξυψωνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εξύψωνε εξυψωνόταν(ε)
εμείς — we εξυψώναμε εξυψωνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) εξυψώνατε εξυψωνόσαστε, εξυψωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they εξύψωναν, εξυψώναν(ε) εξυψώνονταν, εξυψωνόντανε, εξυψωνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εξύψωσα εξυψώθηκα
εσύ — you εξύψωσες εξυψώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εξύψωσε εξυψώθηκε
εμείς — we εξυψώσαμε εξυψωθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) εξυψώσατε εξυψωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εξύψωσαν, εξυψώσαν(ε) εξυψώθηκαν, εξυψωθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω εξυψώσει έχω εξυψωθεί
εσύ — you έχεις εξυψώσει έχεις εξυψωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει εξυψώσει έχει εξυψωθεί
εμείς — we έχουμε εξυψώσει έχουμε εξυψωθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε εξυψώσει έχετε εξυψωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν εξυψώσει έχουν εξυψωθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα εξυψώσει είχα εξυψωθεί
εσύ — you είχες εξυψώσει είχες εξυψωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε εξυψώσει είχε εξυψωθεί
εμείς — we είχαμε εξυψώσει είχαμε εξυψωθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε εξυψώσει είχατε εξυψωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν εξυψώσει είχαν εξυψωθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εξυψώνω θα εξυψώνομαι
εσύ — you θα εξυψώνεις θα εξυψώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εξυψώνει θα εξυψώνεται
εμείς — we θα εξυψώνουμε, θα εξυψώνομε θα εξυψωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα εξυψώνετε θα εξυψώνεστε, θα εξυψωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εξυψώνουν(ε) θα εξυψώνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εξυψώσω θα εξυψωθώ
εσύ — you θα εξυψώσεις θα εξυψωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εξυψώσει θα εξυψωθεί
εμείς — we θα εξυψώσουμε, θα εξυψώσομε θα εξυψωθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα εξυψώσετε θα εξυψωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εξυψώσουν θα εξυψωθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω εξυψώσει θα έχω εξυψωθεί
εσύ — you θα έχεις εξυψώσει θα έχεις εξυψωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει εξυψώσει θα έχει εξυψωθεί
εμείς — we θα έχουμε εξυψώσει θα έχουμε εξυψωθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε εξυψώσει θα έχετε εξυψωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν εξυψώσει θα έχουν εξυψωθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εξυψώνω να εξυψώνομαι
εσύ — you να εξυψώνεις να εξυψώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εξυψώνει να εξυψώνεται
εμείς — we να εξυψώνουμε, να εξυψώνομε να εξυψωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να εξυψώνετε να εξυψώνεστε, να εξυψωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εξυψώνουν(ε) να εξυψώνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εξυψώσω να εξυψωθώ
εσύ — you να εξυψώσεις να εξυψωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εξυψώσει να εξυψωθεί
εμείς — we να εξυψώσουμε, να εξυψώσομε να εξυψωθούμε
εσείς — you (plural / polite) να εξυψώσετε να εξυψωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εξυψώσουν(ε) να εξυψωθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω εξυψώσει να έχω εξυψωθεί
εσύ — you να έχεις εξυψώσει να έχεις εξυψωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει εξυψώσει να έχει εξυψωθεί
εμείς — we να έχουμε εξυψώσει να έχουμε εξυψωθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε εξυψώσει να έχετε εξυψωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν εξυψώσει να έχουν εξυψωθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous εξύψωνε εξυψώνετε — —
Simple εξύψωσε εξυψώστε εξυψώσου εξυψωθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • εξυψωμένος, -η, -ο describes an elevated state. The middle εξυψώνομαι can mean to rise to a higher spiritual or moral level; commands are mainly rhetorical.

Η μουσική εξυψώνει το πνεύμα.

Music elevates the spirit.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — εξυψώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/eksupsono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /eksupsono/