Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
απομονώνω — to isolate
απομονώνομαι — to be isolated; to isolate oneself.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | απομονώνω | απομονώνομαι |
| εσύ — you | απομονώνεις | απομονώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | απομονώνει | απομονώνεται |
| εμείς — we | απομονώνουμε, απομονώνομε | απομονωνόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | απομονώνετε | απομονώνεστε, απομονωνόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | απομονώνουν(ε) | απομονώνονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | απομόνωνα | απομονωνόμουν(α) |
| εσύ — you | απομόνωνες | απομονωνόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | απομόνωνε | απομονωνόταν(ε) |
| εμείς — we | απομονώναμε | απομονωνόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | απομονώνατε | απομονωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | απομόνωναν, απομονώναν(ε) | απομονώνονταν, απομονωνόντανε, απομονωνόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | απομόνωσα | απομονώθηκα |
| εσύ — you | απομόνωσες | απομονώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | απομόνωσε | απομονώθηκε |
| εμείς — we | απομονώσαμε | απομονωθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | απομονώσατε | απομονωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | απομόνωσαν, απομονώσαν(ε) | απομονώθηκαν, απομονωθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω απομονώσει | έχω απομονωθεί |
| εσύ — you | έχεις απομονώσει | έχεις απομονωθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει απομονώσει | έχει απομονωθεί |
| εμείς — we | έχουμε απομονώσει | έχουμε απομονωθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε απομονώσει | έχετε απομονωθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν απομονώσει | έχουν απομονωθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα απομονώσει | είχα απομονωθεί |
| εσύ — you | είχες απομονώσει | είχες απομονωθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε απομονώσει | είχε απομονωθεί |
| εμείς — we | είχαμε απομονώσει | είχαμε απομονωθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε απομονώσει | είχατε απομονωθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν απομονώσει | είχαν απομονωθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα απομονώνω | θα απομονώνομαι |
| εσύ — you | θα απομονώνεις | θα απομονώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα απομονώνει | θα απομονώνεται |
| εμείς — we | θα απομονώνουμε, θα απομονώνομε | θα απομονωνόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα απομονώνετε | θα απομονώνεστε, θα απομονωνόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα απομονώνουν(ε) | θα απομονώνονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα απομονώσω | θα απομονωθώ |
| εσύ — you | θα απομονώσεις | θα απομονωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα απομονώσει | θα απομονωθεί |
| εμείς — we | θα απομονώσουμε, θα απομονώσομε | θα απομονωθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα απομονώσετε | θα απομονωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα απομονώσουν | θα απομονωθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω απομονώσει | θα έχω απομονωθεί |
| εσύ — you | θα έχεις απομονώσει | θα έχεις απομονωθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει απομονώσει | θα έχει απομονωθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε απομονώσει | θα έχουμε απομονωθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε απομονώσει | θα έχετε απομονωθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν απομονώσει | θα έχουν απομονωθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να απομονώνω | να απομονώνομαι |
| εσύ — you | να απομονώνεις | να απομονώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να απομονώνει | να απομονώνεται |
| εμείς — we | να απομονώνουμε, να απομονώνομε | να απομονωνόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να απομονώνετε | να απομονώνεστε, να απομονωνόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να απομονώνουν(ε) | να απομονώνονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να απομονώσω | να απομονωθώ |
| εσύ — you | να απομονώσεις | να απομονωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να απομονώσει | να απομονωθεί |
| εμείς — we | να απομονώσουμε, να απομονώσομε | να απομονωθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να απομονώσετε | να απομονωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να απομονώσουν(ε) | να απομονωθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω απομονώσει | να έχω απομονωθεί |
| εσύ — you | να έχεις απομονώσει | να έχεις απομονωθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει απομονώσει | να έχει απομονωθεί |
| εμείς — we | να έχουμε απομονώσει | να έχουμε απομονωθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε απομονώσει | να έχετε απομονωθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν απομονώσει | να έχουν απομονωθεί |
Imperative · Προστακτική
| Aspect | Active: εσύ | Active: εσείς | Passive: εσύ | Passive: εσείς |
|---|---|---|---|---|
| Continuous | απομόνωνε | απομονώνετε | να απομονώνεσαι (να-construction) | απομονώνεστε |
| Simple | απομόνωσε | απομονώστε | απομονώσου | απομονωθείτε |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- απομονώνοντας — isolating; έχοντας απομονώσει — having isolated.
- απομονωμένος, απομονωμένη, απομονωμένο — isolated.
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- Direct plural imperative: απομονώστε. Απομονώσετε requires θα, να or μην.
- Negative instructions: μην απομονώνεις / μην απομονώσεις; μην απομονώνεσαι / μην απομονωθείς.
Ο τεχνικός απομόνωσε το πρόβλημα.
The technician isolated the problem.
Το χωριό είναι απομονωμένο τον χειμώνα.
The village is isolated in winter.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — απομονώνω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/apomonono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/apomonono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →