αγνοώ (agnoo) — to ignore, be unaware of

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

Modern Greek verb conjugation

αγνοώ · to ignore; to be unaware of

Passive: αγνοούμαι.

Αγνοώ την απάντηση. — I do not know the answer. Με αγνόησε. — He/she ignored me.

Meaning matters: αγνοώ can mean not knowing something or deliberately ignoring someone/something. Αγνοείται can mean is missing / is unaccounted for.

Compound tenses: έχω αγνοήσει / έχω αγνοηθεί are the perfect forms. Είμαι αγνοημένος describes a state; constructions with έχω + αγνοημένο require an object and context. They are not automatic alternatives to the compound tenses.

Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.

Indicative · Οριστική

Present · Ενεστώτας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iαγνοώαγνοούμαι
εσύ · youαγνοείςαγνοείσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαγνοείαγνοείται
εμείς · weαγνοούμεαγνοούμαστε
εσείς · youαγνοείτεαγνοείστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαγνοούν(ε)αγνοούνται

Imperfect · Παρατατικός

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iαγνοούσααγνοούμουν
εσύ · youαγνοούσεςαγνοούσουν
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαγνοούσεαγνοούνταν
εμείς · weαγνοούσαμεαγνοούμασταν
εσείς · youαγνοούσατεαγνοούσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαγνοούσαν(ε)αγνοούνταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iαγνόησααγνοήθηκα
εσύ · youαγνόησεςαγνοήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαγνόησεαγνοήθηκε
εμείς · weαγνοήσαμεαγνοηθήκαμε
εσείς · youαγνοήσατεαγνοηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαγνόησαν, αγνοήσαν(ε)αγνοήθηκαν, αγνοηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iέχω αγνοήσειέχω αγνοηθεί
εσύ · youέχεις αγνοήσειέχεις αγνοηθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itέχει αγνοήσειέχει αγνοηθεί
εμείς · weέχουμε αγνοήσειέχουμε αγνοηθεί
εσείς · youέχετε αγνοήσειέχετε αγνοηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyέχουν αγνοήσειέχουν αγνοηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iείχα αγνοήσειείχα αγνοηθεί
εσύ · youείχες αγνοήσειείχες αγνοηθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itείχε αγνοήσειείχε αγνοηθεί
εμείς · weείχαμε αγνοήσειείχαμε αγνοηθεί
εσείς · youείχατε αγνοήσειείχατε αγνοηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyείχαν αγνοήσειείχαν αγνοηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα αγνοώθα αγνοούμαι
εσύ · youθα αγνοείςθα αγνοείσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα αγνοείθα αγνοείται
εμείς · weθα αγνοούμεθα αγνοούμαστε
εσείς · youθα αγνοείτεθα αγνοείστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα αγνοούν(ε)θα αγνοούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα αγνοήσωθα αγνοηθώ
εσύ · youθα αγνοήσειςθα αγνοηθείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα αγνοήσειθα αγνοηθεί
εμείς · weθα αγνοήσουμεθα αγνοηθούμε
εσείς · youθα αγνοήσετεθα αγνοηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα αγνοήσουν(ε)θα αγνοηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα έχω αγνοήσειθα έχω αγνοηθεί
εσύ · youθα έχεις αγνοήσειθα έχεις αγνοηθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα έχει αγνοήσειθα έχει αγνοηθεί
εμείς · weθα έχουμε αγνοήσειθα έχουμε αγνοηθεί
εσείς · youθα έχετε αγνοήσειθα έχετε αγνοηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα έχουν αγνοήσειθα έχουν αγνοηθεί

Subjunctive · Υποτακτική

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα αγνοώνα αγνοούμαι
εσύ · youνα αγνοείςνα αγνοείσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα αγνοείνα αγνοείται
εμείς · weνα αγνοούμενα αγνοούμαστε
εσείς · youνα αγνοείτενα αγνοείστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα αγνοούν(ε)να αγνοούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα αγνοήσωνα αγνοηθώ
εσύ · youνα αγνοήσειςνα αγνοηθείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα αγνοήσεινα αγνοηθεί
εμείς · weνα αγνοήσουμε, να αγνοήσομενα αγνοηθούμε
εσείς · youνα αγνοήσετενα αγνοηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα αγνοήσουν(ε)να αγνοηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα έχω αγνοήσεινα έχω αγνοηθεί
εσύ · youνα έχεις αγνοήσεινα έχεις αγνοηθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα έχει αγνοήσεινα έχει αγνοηθεί
εμείς · weνα έχουμε αγνοήσεινα έχουμε αγνοηθεί
εσείς · youνα έχετε αγνοήσεινα έχετε αγνοηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα έχουν αγνοήσεινα έχουν αγνοηθεί

Imperative · Προστακτική

Simple active: αγνόησε / αγνοήστε.

Αγνοήστε αυτό το μήνυμα. — Ignore this message.

Αγνοήσετε belongs after να/θα; the affirmative imperative is αγνοήστε. Passive commands αγνοήσου / αγνοηθείτε are unusual as everyday instructions and need a suitable context.

Other forms · Άλλοι τύποι

Present participle: αγνοώντας.

Perfect participial constructions: έχοντας αγνοήσει / έχοντας αγνοηθεί.

Passive participle: αγνοημένος, αγνοημένη, αγνοημένο.

Present participle / adjective: αγνοούμενος, αγνοούμενη, αγνοούμενο; commonly used of someone missing or unaccounted for.

Invariant compound-tense forms: αγνοήσει / αγνοηθεί; not independently used infinitives.

Formal imperfect alternatives: αγνοείτο (third-person singular), αγνοούντο (third-person plural). The tables use everyday forms.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/agnoo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /agnoo/