Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Everyday Greek · Core 100
αγαπάω: core forms & usage
to love
Αγαπάω and αγαπώ are present alternatives. Contrast αγαπούσα with αγάπησα; the simple future is θα αγαπήσω.
Αγαπάμε τις μεγάλες βόλτες στην παραλία.
We love long walks on the beach.
Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.
See the six persons in each core tense
Present
| Person | Forms |
|---|---|
| I | αγαπάω, αγαπώ |
| you (singular) | αγαπάς |
| he / she / it | αγαπάει, αγαπά |
| we | αγαπάμε, αγαπούμε |
| you (plural or polite) | αγαπάτε |
| they | αγαπάν, αγαπάνε, αγαπούν, αγαπούνε |
Imperfect
| Person | Forms |
|---|---|
| I | αγαπούσα, αγάπαγα |
| you (singular) | αγαπούσες, αγάπαγες |
| he / she / it | αγαπούσε, αγάπαγε |
| we | αγαπούσαμε, αγαπάγαμε |
| you (plural or polite) | αγαπούσατε, αγαπάγατε |
| they | αγαπούσαν, αγαπούσανε, αγάπαγαν, αγαπάγανε |
Simple past (aorist)
| Person | Forms |
|---|---|
| I | αγάπησα |
| you (singular) | αγάπησες |
| he / she / it | αγάπησε |
| we | αγαπήσαμε |
| you (plural or polite) | αγαπήσατε |
| they | αγάπησαν, αγαπήσαν, αγαπήσανε |
Simple future
| Person | Forms |
|---|---|
| I | θα αγαπήσω |
| you (singular) | θα αγαπήσεις |
| he / she / it | θα αγαπήσει |
| we | θα αγαπήσουμε, θα αγαπήσομε |
| you (plural or polite) | θα αγαπήσετε |
| they | θα αγαπήσουν, θα αγαπήσουνε |
See this verb in use
Αγαπώ την οικογένειά μου.
I love my family.
Αγαπώ and αγαπάω are alternative first-person present forms. The second-person singular αγαπάς helps you recognise Conjugation II, Pattern A.
Modern Greek verb conjugation
αγαπώ / αγαπάω · to love
Passive form: αγαπιέμαι
Choose a section: Indicative · Subjunctive · Imperative · Other forms
Each tense lists the six persons. Alternative forms are separated by commas. On small screens, swipe across the table.
Indicative · Οριστική
Present · Ενεστώτας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | αγαπάω, αγαπώ | αγαπιέμαι |
| εσύ · you | αγαπάς | αγαπιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αγαπάει, αγαπά | αγαπιέται |
| εμείς · we | αγαπάμε, αγαπούμε | αγαπιόμαστε |
| εσείς · you | αγαπάτε | αγαπιέστε, αγαπιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αγαπάν(ε), αγαπούν(ε) | αγαπιούνται, αγαπιόνται |
Imperfect · Παρατατικός
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | αγαπούσα, αγάπαγα | αγαπιόμουν(α) |
| εσύ · you | αγαπούσες, αγάπαγες | αγαπιόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αγαπούσε, αγάπαγε | αγαπιόταν(ε) |
| εμείς · we | αγαπούσαμε, αγαπάγαμε | αγαπιόμαστε, αγαπιόμασταν |
| εσείς · you | αγαπούσατε, αγαπάγατε | αγαπιόσαστε, αγαπιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αγαπούσαν(ε), αγάπαγαν, αγαπάγανε | αγαπιόνταν(ε), αγαπιούνταν, αγαπιόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | αγάπησα | αγαπήθηκα |
| εσύ · you | αγάπησες | αγαπήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αγάπησε | αγαπήθηκε |
| εμείς · we | αγαπήσαμε | αγαπηθήκαμε |
| εσείς · you | αγαπήσατε | αγαπηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αγάπησαν, αγαπήσαν(ε) | αγαπήθηκαν, αγαπηθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
Usage note: The standard perfect forms are έχω αγαπήσει (I have loved) and έχω αγαπηθεί (I have been loved). Είμαι αγαπημένος/αγαπημένη describes a state or quality (I am loved/dear); it is not an interchangeable perfect-tense form. Έχω αγαπημένο needs context, such as έχω αγαπημένο τραγούδι (I have a favourite song), and is not the ordinary perfect of αγαπώ.
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | έχω αγαπήσει | έχω αγαπηθεί |
| εσύ · you | έχεις αγαπήσει | έχεις αγαπηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | έχει αγαπήσει | έχει αγαπηθεί |
| εμείς · we | έχουμε αγαπήσει | έχουμε αγαπηθεί |
| εσείς · you | έχετε αγαπήσει | έχετε αγαπηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | έχουν αγαπήσει | έχουν αγαπηθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | είχα αγαπήσει | είχα αγαπηθεί |
| εσύ · you | είχες αγαπήσει | είχες αγαπηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | είχε αγαπήσει | είχε αγαπηθεί |
| εμείς · we | είχαμε αγαπήσει | είχαμε αγαπηθεί |
| εσείς · you | είχατε αγαπήσει | είχατε αγαπηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | είχαν αγαπήσει | είχαν αγαπηθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα αγαπάω, θα αγαπώ | θα αγαπιέμαι |
| εσύ · you | θα αγαπάς | θα αγαπιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αγαπάει, θα αγαπά | θα αγαπιέται |
| εμείς · we | θα αγαπάμε, θα αγαπούμε | θα αγαπιόμαστε |
| εσείς · you | θα αγαπάτε | θα αγαπιέστε, θα αγαπιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αγαπάν(ε), θα αγαπούν(ε) | θα αγαπιούνται, θα αγαπιόνται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα αγαπήσω | θα αγαπηθώ |
| εσύ · you | θα αγαπήσεις | θα αγαπηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αγαπήσει | θα αγαπηθεί |
| εμείς · we | θα αγαπήσουμε, θα αγαπήσομε | θα αγαπηθούμε |
| εσείς · you | θα αγαπήσετε | θα αγαπηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αγαπήσουν(ε) | θα αγαπηθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα έχω αγαπήσει | θα έχω αγαπηθεί |
| εσύ · you | θα έχεις αγαπήσει | θα έχεις αγαπηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα έχει αγαπήσει | θα έχει αγαπηθεί |
| εμείς · we | θα έχουμε αγαπήσει | θα έχουμε αγαπηθεί |
| εσείς · you | θα έχετε αγαπήσει | θα έχετε αγαπηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα έχουν αγαπήσει | θα έχουν αγαπηθεί |
Subjunctive · Υποτακτική
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να αγαπάω, να αγαπώ | να αγαπιέμαι |
| εσύ · you | να αγαπάς | να αγαπιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αγαπάει, να αγαπά | να αγαπιέται |
| εμείς · we | να αγαπάμε, να αγαπούμε | να αγαπιόμαστε |
| εσείς · you | να αγαπάτε | να αγαπιέστε, να αγαπιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αγαπάν(ε), να αγαπούν(ε) | να αγαπιούνται, να αγαπιόνται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να αγαπήσω | να αγαπηθώ |
| εσύ · you | να αγαπήσεις | να αγαπηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αγαπήσει | να αγαπηθεί |
| εμείς · we | να αγαπήσουμε, να αγαπήσομε | να αγαπηθούμε |
| εσείς · you | να αγαπήσετε | να αγαπηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αγαπήσουν(ε) | να αγαπηθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να έχω αγαπήσει | να έχω αγαπηθεί |
| εσύ · you | να έχεις αγαπήσει | να έχεις αγαπηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να έχει αγαπήσει | να έχει αγαπηθεί |
| εμείς · we | να έχουμε αγαπήσει | να έχουμε αγαπηθεί |
| εσείς · you | να έχετε αγαπήσει | να έχετε αγαπηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να έχουν αγαπήσει | να έχουν αγαπηθεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous imperative
| Person | Active | Passive |
|---|---|---|
| εσύ · you (singular) | αγάπα, αγάπαγε | — |
| εσείς · you (plural) | αγαπάτε | αγαπιέστε |
Simple imperative
| Person | Active | Passive |
|---|---|---|
| εσύ · you (singular) | αγάπησε, αγάπα | αγαπήσου |
| εσείς · you (plural) | αγαπήστε | αγαπηθείτε |
Other forms · Άλλοι τύποι
Present participle: αγαπώντας
Perfect participle: έχοντας αγαπήσει
Passive participle: αγαπημένος, -η, -ο · plural: αγαπημένοι, -ες, -α
Invariant forms used in compound tenses: αγαπήσει · αγαπηθεί
Explore more of Greece at Greek Market.
https://moderngreekverbs.com/agapao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
2 thoughts on “αγαπώ / αγαπάω — to love”
Comments are closed.