Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

υπολογίζω — to calculate

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

υπολογίζω — to calculate; estimate; count on.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I υπολογίζω υπολογίζομαι
εσύ — you υπολογίζεις υπολογίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it υπολογίζει υπολογίζεται
εμείς — we υπολογίζουμε, υπολογίζομε υπολογιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) υπολογίζετε υπολογίζεστε, υπολογιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they υπολογίζουν(ε) υπολογίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I υπολόγιζα υπολογιζόμουν(α)
εσύ — you υπολόγιζες υπολογιζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it υπολόγιζε υπολογιζόταν(ε)
εμείς — we υπολογίζαμε υπολογιζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) υπολογίζατε υπολογιζόσαστε, υπολογιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they υπολόγιζαν, υπολογίζαν(ε) υπολογίζονταν, υπολογιζόντανε, υπολογιζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I υπολόγισα υπολογίστηκα
εσύ — you υπολόγισες υπολογίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it υπολόγισε υπολογίστηκε
εμείς — we υπολογίσαμε υπολογιστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) υπολογίσατε υπολογιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they υπολόγισαν, υπολογίσαν(ε) υπολογίστηκαν, υπολογιστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω υπολογίσει έχω υπολογιστεί
εσύ — you έχεις υπολογίσει έχεις υπολογιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει υπολογίσει έχει υπολογιστεί
εμείς — we έχουμε υπολογίσει έχουμε υπολογιστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε υπολογίσει έχετε υπολογιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν υπολογίσει έχουν υπολογιστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα υπολογίσει είχα υπολογιστεί
εσύ — you είχες υπολογίσει είχες υπολογιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε υπολογίσει είχε υπολογιστεί
εμείς — we είχαμε υπολογίσει είχαμε υπολογιστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε υπολογίσει είχατε υπολογιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν υπολογίσει είχαν υπολογιστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα υπολογίζω θα υπολογίζομαι
εσύ — you θα υπολογίζεις θα υπολογίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα υπολογίζει θα υπολογίζεται
εμείς — we θα υπολογίζουμε, θα υπολογίζομε θα υπολογιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα υπολογίζετε θα υπολογίζεστε, θα υπολογιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα υπολογίζουν(ε) θα υπολογίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα υπολογίσω θα υπολογιστώ
εσύ — you θα υπολογίσεις θα υπολογιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα υπολογίσει θα υπολογιστεί
εμείς — we θα υπολογίσουμε, θα υπολογίσομε θα υπολογιστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα υπολογίσετε θα υπολογιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα υπολογίσουν(ε) θα υπολογιστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω υπολογίσει θα έχω υπολογιστεί
εσύ — you θα έχεις υπολογίσει θα έχεις υπολογιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει υπολογίσει θα έχει υπολογιστεί
εμείς — we θα έχουμε υπολογίσει θα έχουμε υπολογιστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε υπολογίσει θα έχετε υπολογιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν υπολογίσει θα έχουν υπολογιστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να υπολογίζω να υπολογίζομαι
εσύ — you να υπολογίζεις να υπολογίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να υπολογίζει να υπολογίζεται
εμείς — we να υπολογίζουμε, να υπολογίζομε να υπολογιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να υπολογίζετε να υπολογίζεστε, να υπολογιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να υπολογίζουν(ε) να υπολογίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να υπολογίσω να υπολογιστώ
εσύ — you να υπολογίσεις να υπολογιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να υπολογίσει να υπολογιστεί
εμείς — we να υπολογίσουμε, να υπολογίσομε να υπολογιστούμε
εσείς — you (plural / polite) να υπολογίσετε να υπολογιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να υπολογίσουν(ε) να υπολογιστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω υπολογίσει να έχω υπολογιστεί
εσύ — you να έχεις υπολογίσει να έχεις υπολογιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει υπολογίσει να έχει υπολογιστεί
εμείς — we να έχουμε υπολογίσει να έχουμε υπολογιστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε υπολογίσει να έχετε υπολογιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν υπολογίσει να έχουν υπολογιστεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: υπολόγιζε (εσύ), υπολογίζετε (εσείς).

Simple: υπολόγισε (εσύ); υπολογίστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Can mean calculating or estimating a quantity, taking someone into account, or relying on someone. υπολογισμένος, -η, -ο means calculated or considered.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Υπολόγισε το συνολικό κόστος.

Calculate the total cost.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — υπολογίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/upologizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /upologizo/