Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
υπολογίζω — to calculate; estimate; count on.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | υπολογίζω | υπολογίζομαι |
| εσύ — you | υπολογίζεις | υπολογίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | υπολογίζει | υπολογίζεται |
| εμείς — we | υπολογίζουμε, υπολογίζομε | υπολογιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | υπολογίζετε | υπολογίζεστε, υπολογιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | υπολογίζουν(ε) | υπολογίζονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | υπολόγιζα | υπολογιζόμουν(α) |
| εσύ — you | υπολόγιζες | υπολογιζόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | υπολόγιζε | υπολογιζόταν(ε) |
| εμείς — we | υπολογίζαμε | υπολογιζόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | υπολογίζατε | υπολογιζόσαστε, υπολογιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | υπολόγιζαν, υπολογίζαν(ε) | υπολογίζονταν, υπολογιζόντανε, υπολογιζόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | υπολόγισα | υπολογίστηκα |
| εσύ — you | υπολόγισες | υπολογίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | υπολόγισε | υπολογίστηκε |
| εμείς — we | υπολογίσαμε | υπολογιστήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | υπολογίσατε | υπολογιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | υπολόγισαν, υπολογίσαν(ε) | υπολογίστηκαν, υπολογιστήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω υπολογίσει | έχω υπολογιστεί |
| εσύ — you | έχεις υπολογίσει | έχεις υπολογιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει υπολογίσει | έχει υπολογιστεί |
| εμείς — we | έχουμε υπολογίσει | έχουμε υπολογιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε υπολογίσει | έχετε υπολογιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν υπολογίσει | έχουν υπολογιστεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα υπολογίσει | είχα υπολογιστεί |
| εσύ — you | είχες υπολογίσει | είχες υπολογιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε υπολογίσει | είχε υπολογιστεί |
| εμείς — we | είχαμε υπολογίσει | είχαμε υπολογιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε υπολογίσει | είχατε υπολογιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν υπολογίσει | είχαν υπολογιστεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα υπολογίζω | θα υπολογίζομαι |
| εσύ — you | θα υπολογίζεις | θα υπολογίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα υπολογίζει | θα υπολογίζεται |
| εμείς — we | θα υπολογίζουμε, θα υπολογίζομε | θα υπολογιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα υπολογίζετε | θα υπολογίζεστε, θα υπολογιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα υπολογίζουν(ε) | θα υπολογίζονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα υπολογίσω | θα υπολογιστώ |
| εσύ — you | θα υπολογίσεις | θα υπολογιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα υπολογίσει | θα υπολογιστεί |
| εμείς — we | θα υπολογίσουμε, θα υπολογίσομε | θα υπολογιστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα υπολογίσετε | θα υπολογιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα υπολογίσουν(ε) | θα υπολογιστούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω υπολογίσει | θα έχω υπολογιστεί |
| εσύ — you | θα έχεις υπολογίσει | θα έχεις υπολογιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει υπολογίσει | θα έχει υπολογιστεί |
| εμείς — we | θα έχουμε υπολογίσει | θα έχουμε υπολογιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε υπολογίσει | θα έχετε υπολογιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν υπολογίσει | θα έχουν υπολογιστεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να υπολογίζω | να υπολογίζομαι |
| εσύ — you | να υπολογίζεις | να υπολογίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να υπολογίζει | να υπολογίζεται |
| εμείς — we | να υπολογίζουμε, να υπολογίζομε | να υπολογιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να υπολογίζετε | να υπολογίζεστε, να υπολογιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να υπολογίζουν(ε) | να υπολογίζονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να υπολογίσω | να υπολογιστώ |
| εσύ — you | να υπολογίσεις | να υπολογιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να υπολογίσει | να υπολογιστεί |
| εμείς — we | να υπολογίσουμε, να υπολογίσομε | να υπολογιστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να υπολογίσετε | να υπολογιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να υπολογίσουν(ε) | να υπολογιστούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω υπολογίσει | να έχω υπολογιστεί |
| εσύ — you | να έχεις υπολογίσει | να έχεις υπολογιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει υπολογίσει | να έχει υπολογιστεί |
| εμείς — we | να έχουμε υπολογίσει | να έχουμε υπολογιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε υπολογίσει | να έχετε υπολογιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν υπολογίσει | να έχουν υπολογιστεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: υπολόγιζε (εσύ), υπολογίζετε (εσείς).
Simple: υπολόγισε (εσύ); υπολογίστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Can mean calculating or estimating a quantity, taking someone into account, or relying on someone. υπολογισμένος, -η, -ο means calculated or considered.
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Υπολόγισε το συνολικό κόστος.
Calculate the total cost.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — υπολογίζω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/upologizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/upologizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.