Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

υπολείπομαι — to remain; fall short

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

υπολείπομαι — to remain; fall short; lag behind.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I υπολείπομαι
εσύ — you υπολείπεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it υπολείπεται
εμείς — we υπολειπόμαστε
εσείς — you (plural / polite) υπολείπεστε, υπολειπόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they υπολείπονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I υπολειπόμουν(α)
εσύ — you υπολειπόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it υπολειπόταν(ε)
εμείς — we υπολειπόμασταν
εσείς — you (plural / polite) υπολειπόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they υπολείπονταν, υπολειπόντανε, υπολειπόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I υπολείφθηκα, υπολείφτηκα
εσύ — you υπολείφθηκες, υπολείφτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it υπολείφθηκε, υπολείφτηκε
εμείς — we υπολειφθήκαμε, υπολειφτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) υπολειφθήκατε, υπολειφτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they υπολείφθηκαν, υπολειφθήκαν(ε), υπολείφτηκαν, υπολειφτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω υπολειφθεί
εσύ — you έχεις υπολειφθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει υπολειφθεί
εμείς — we έχουμε υπολειφθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε υπολειφθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν υπολειφθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα υπολειφθεί
εσύ — you είχες υπολειφθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε υπολειφθεί
εμείς — we είχαμε υπολειφθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε υπολειφθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν υπολειφθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα υπολείπομαι
εσύ — you θα υπολείπεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα υπολείπεται
εμείς — we θα υπολειπόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα υπολείπεστε, θα υπολειπόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα υπολείπονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα υπολειφθώ, θα υπολειφτώ
εσύ — you θα υπολειφθείς, θα υπολειφτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα υπολειφθεί, θα υπολειφτεί
εμείς — we θα υπολειφθούμε, θα υπολειφτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα υπολειφθείτε, θα υπολειφτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα υπολειφθούν(ε), θα υπολειφτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω υπολειφθεί
εσύ — you θα έχεις υπολειφθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει υπολειφθεί
εμείς — we θα έχουμε υπολειφθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε υπολειφθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν υπολειφθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να υπολείπομαι
εσύ — you να υπολείπεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να υπολείπεται
εμείς — we να υπολειπόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να υπολείπεστε, να υπολειπόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να υπολείπονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να υπολειφθώ, να υπολειφτώ
εσύ — you να υπολειφθείς, να υπολειφτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να υπολειφθεί, να υπολειφτεί
εμείς — we να υπολειφθούμε, να υπολειφτούμε
εσείς — you (plural / polite) να υπολειφθείτε, να υπολειφτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να υπολειφθούν(ε), να υπολειφτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω υπολειφθεί
εσύ — you να έχεις υπολειφθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει υπολειφθεί
εμείς — we να έχουμε υπολειφθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε υπολειφθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν υπολειφθεί

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • A middle-form verb. It can mean remaining to be done or being less than someone or something in amount or quality. Both υπολείφθηκα / υπολειφθώ / υπολειφθεί and υπολείφτηκα / υπολειφτώ / υπολειφτεί occur; compounds here consistently show υπολειφθεί. υπολειπόμενος, -η, -ο means remaining.

Υπολείπονται δύο ημέρες μέχρι την αναχώρηση.

Two days remain until departure.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — υπολείπομαι.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/upoleipomai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /upoleipomai/