Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

υποκλέπτω — to steal secretly; intercept

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

υποκλέπτω — to steal secretly; intercept.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I υποκλέπτω υποκλέπτομαι
εσύ — you υποκλέπτεις υποκλέπτεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it υποκλέπτει υποκλέπτεται
εμείς — we υποκλέπτουμε, υποκλέπτομε υποκλεπτόμαστε
εσείς — you (plural / polite) υποκλέπτετε υποκλέπτεστε, υποκλεπτόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they υποκλέπτουν(ε) υποκλέπτονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I υπέκλεπτα υποκλεπτόμουν(α)
εσύ — you υπέκλεπτες υποκλεπτόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it υπέκλεπτε υποκλεπτόταν(ε)
εμείς — we υποκλέπταμε υποκλεπτόμασταν
εσείς — you (plural / polite) υποκλέπτατε υποκλεπτόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they υπέκλεπταν, υποκλέπταν(ε) υποκλέπτονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I υπέκλεψα υποκλάπηκα
εσύ — you υπέκλεψες υποκλάπηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it υπέκλεψε υποκλάπηκε, υπεκλάπη
εμείς — we υποκλέψαμε υποκλαπήκαμε
εσείς — you (plural / polite) υποκλέψατε υποκλαπήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they υπέκλεψαν, υποκλέψαν(ε) υποκλάπηκαν, υπεκλάπησαν

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω υποκλέψει έχω υποκλαπεί
εσύ — you έχεις υποκλέψει έχεις υποκλαπεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει υποκλέψει έχει υποκλαπεί
εμείς — we έχουμε υποκλέψει έχουμε υποκλαπεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε υποκλέψει έχετε υποκλαπεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν υποκλέψει έχουν υποκλαπεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα υποκλέψει είχα υποκλαπεί
εσύ — you είχες υποκλέψει είχες υποκλαπεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε υποκλέψει είχε υποκλαπεί
εμείς — we είχαμε υποκλέψει είχαμε υποκλαπεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε υποκλέψει είχατε υποκλαπεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν υποκλέψει είχαν υποκλαπεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα υποκλέπτω θα υποκλέπτομαι
εσύ — you θα υποκλέπτεις θα υποκλέπτεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα υποκλέπτει θα υποκλέπτεται
εμείς — we θα υποκλέπτουμε, θα υποκλέπτομε θα υποκλεπτόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα υποκλέπτετε θα υποκλέπτεστε, θα υποκλεπτόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα υποκλέπτουν(ε) θα υποκλέπτονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα υποκλέψω θα υποκλαπώ
εσύ — you θα υποκλέψεις θα υποκλαπείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα υποκλέψει θα υποκλαπεί
εμείς — we θα υποκλέψουμε, θα υποκλέψομε θα υποκλαπούμε
εσείς — you (plural / polite) θα υποκλέψετε θα υποκλαπείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα υποκλέψουν(ε) θα υποκλαπούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω υποκλέψει θα έχω υποκλαπεί
εσύ — you θα έχεις υποκλέψει θα έχεις υποκλαπεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει υποκλέψει θα έχει υποκλαπεί
εμείς — we θα έχουμε υποκλέψει θα έχουμε υποκλαπεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε υποκλέψει θα έχετε υποκλαπεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν υποκλέψει θα έχουν υποκλαπεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να υποκλέπτω να υποκλέπτομαι
εσύ — you να υποκλέπτεις να υποκλέπτεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να υποκλέπτει να υποκλέπτεται
εμείς — we να υποκλέπτουμε, να υποκλέπτομε να υποκλεπτόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να υποκλέπτετε να υποκλέπτεστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να υποκλέπτουν(ε) να υποκλέπτονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να υποκλέψω να υποκλαπώ
εσύ — you να υποκλέψεις να υποκλαπείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να υποκλέψει να υποκλαπεί
εμείς — we να υποκλέψουμε, να υποκλέψομε να υποκλαπούμε
εσείς — you (plural / polite) να υποκλέψετε να υποκλαπείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να υποκλέψουν(ε) να υποκλαπούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω υποκλέψει να έχω υποκλαπεί
εσύ — you να έχεις υποκλέψει να έχεις υποκλαπεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει υποκλέψει να έχει υποκλαπεί
εμείς — we να έχουμε υποκλέψει να έχουμε υποκλαπεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε υποκλέψει να έχετε υποκλαπεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν υποκλέψει να έχουν υποκλαπεί

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Used for secretly obtaining information, intercepting communications or stealing covertly. The passive normally describes the information or material taken. Learned υπεκλάπη / υπεκλάπησαν also occurs. υποκλεπτόμενος, -η, -ο is the present passive participle; it is separate from έχω υποκλέψει or έχω υποκλαπεί.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Υπεκλάπησαν προσωπικά δεδομένα.

Personal data were stolen.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — υποκλέπτω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/upoklepto/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /upoklepto/