Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
υπογράφω — to sign.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | υπογράφω | υπογράφομαι |
| εσύ — you | υπογράφεις | υπογράφεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | υπογράφει | υπογράφεται |
| εμείς — we | υπογράφουμε, υπογράφομε | υπογραφόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | υπογράφετε | υπογράφεστε, υπογραφόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | υπογράφουν(ε) | υπογράφονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | υπέγραφα, υπόγραφα | υπογραφόμουν(α) |
| εσύ — you | υπέγραφες, υπόγραφες | υπογραφόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | υπέγραφε, υπόγραφε | υπογραφόταν(ε) |
| εμείς — we | υπογράφαμε | υπογραφόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | υπογράφατε | υπογραφόσαστε, υπογραφόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | υπέγραφαν, υπόγραφαν, υπογράφαν(ε) | υπογράφονταν, υπογραφόντανε, υπογραφόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | υπέγραψα, υπόγραψα | υπογράφτηκα, υπογράφηκα |
| εσύ — you | υπέγραψες, υπόγραψες | υπογράφτηκες, υπογράφηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | υπέγραψε, υπόγραψε | υπογράφτηκε, υπογράφηκε |
| εμείς — we | υπογράψαμε | υπογραφτήκαμε, υπογραφήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | υπογράψατε | υπογραφτήκατε, υπογραφήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | υπέγραψαν, υπόγραψαν, υπογράψαν(ε) | υπογράφτηκαν, υπογραφτήκαν(ε), υπογράφηκαν, υπογραφήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω υπογράψει | έχω υπογραφεί |
| εσύ — you | έχεις υπογράψει | έχεις υπογραφεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει υπογράψει | έχει υπογραφεί |
| εμείς — we | έχουμε υπογράψει | έχουμε υπογραφεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε υπογράψει | έχετε υπογραφεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν υπογράψει | έχουν υπογραφεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα υπογράψει | είχα υπογραφεί |
| εσύ — you | είχες υπογράψει | είχες υπογραφεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε υπογράψει | είχε υπογραφεί |
| εμείς — we | είχαμε υπογράψει | είχαμε υπογραφεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε υπογράψει | είχατε υπογραφεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν υπογράψει | είχαν υπογραφεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα υπογράφω | θα υπογράφομαι |
| εσύ — you | θα υπογράφεις | θα υπογράφεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα υπογράφει | θα υπογράφεται |
| εμείς — we | θα υπογράφουμε, θα υπογράφομε | θα υπογραφόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα υπογράφετε | θα υπογράφεστε, θα υπογραφόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα υπογράφουν(ε) | θα υπογράφονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα υπογράψω | θα υπογραφτώ, θα υπογραφώ |
| εσύ — you | θα υπογράψεις | θα υπογραφτείς, θα υπογραφείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα υπογράψει | θα υπογραφτεί, θα υπογραφεί |
| εμείς — we | θα υπογράψουμε, θα υπογράψομε | θα υπογραφτούμε, θα υπογραφούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα υπογράψετε | θα υπογραφτείτε, θα υπογραφείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα υπογράψουν(ε) | θα υπογραφτούν(ε), θα υπογραφούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω υπογράψει | θα έχω υπογραφεί |
| εσύ — you | θα έχεις υπογράψει | θα έχεις υπογραφεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει υπογράψει | θα έχει υπογραφεί |
| εμείς — we | θα έχουμε υπογράψει | θα έχουμε υπογραφεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε υπογράψει | θα έχετε υπογραφεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν υπογράψει | θα έχουν υπογραφεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να υπογράφω | να υπογράφομαι |
| εσύ — you | να υπογράφεις | να υπογράφεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να υπογράφει | να υπογράφεται |
| εμείς — we | να υπογράφουμε, να υπογράφομε | να υπογραφόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να υπογράφετε | να υπογράφεστε, να υπογραφόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να υπογράφουν(ε) | να υπογράφονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να υπογράψω | να υπογραφτώ, να υπογραφώ |
| εσύ — you | να υπογράψεις | να υπογραφτείς, να υπογραφείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να υπογράψει | να υπογραφτεί, να υπογραφεί |
| εμείς — we | να υπογράψουμε, να υπογράψομε | να υπογραφτούμε, να υπογραφούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να υπογράψετε | να υπογραφτείτε, να υπογραφείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να υπογράψουν(ε) | να υπογραφτούν(ε), να υπογραφούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω υπογράψει | να έχω υπογραφεί |
| εσύ — you | να έχεις υπογράψει | να έχεις υπογραφεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει υπογράψει | να έχει υπογραφεί |
| εμείς — we | να έχουμε υπογράψει | να έχουμε υπογραφεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε υπογράψει | να έχετε υπογραφεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν υπογράψει | να έχουν υπογραφεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: υπόγραφε (εσύ), υπογράφετε (εσείς). Commands have no internal past-tense augment.
Simple: υπόγραψε (εσύ); υπογράψτε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Both υπογράφτηκα / υπογραφτώ / υπογραφτεί and υπογράφηκα / υπογραφώ / υπογραφεί are valid passive series. The compounds consistently show υπογραφεί. υπογραμμένος, -η, -ο means signed.
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Υπόγραψε εδώ, παρακαλώ.
Sign here, please.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — υπογράφω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/upografo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/upografo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.