Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
τοποθετώ — to place; position.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | τοποθετώ | τοποθετούμαι |
| εσύ — you | τοποθετείς | τοποθετείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | τοποθετεί | τοποθετείται |
| εμείς — we | τοποθετούμε | τοποθετούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | τοποθετείτε | τοποθετείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | τοποθετούν(ε) | τοποθετούνται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | τοποθετούσα | τοποθετούμουν |
| εσύ — you | τοποθετούσες | — |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | τοποθετούσε | τοποθετούνταν, τοποθετείτο |
| εμείς — we | τοποθετούσαμε | τοποθετούμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | τοποθετούσατε | — |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | τοποθετούσαν(ε) | τοποθετούνταν, τοποθετούντο |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | τοποθέτησα | τοποθετήθηκα |
| εσύ — you | τοποθέτησες | τοποθετήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | τοποθέτησε | τοποθετήθηκε |
| εμείς — we | τοποθετήσαμε | τοποθετηθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | τοποθετήσατε | τοποθετηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | τοποθέτησαν, τοποθετήσαν(ε) | τοποθετήθηκαν, τοποθετηθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω τοποθετήσει | έχω τοποθετηθεί |
| εσύ — you | έχεις τοποθετήσει | έχεις τοποθετηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει τοποθετήσει | έχει τοποθετηθεί |
| εμείς — we | έχουμε τοποθετήσει | έχουμε τοποθετηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε τοποθετήσει | έχετε τοποθετηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν τοποθετήσει | έχουν τοποθετηθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα τοποθετήσει | είχα τοποθετηθεί |
| εσύ — you | είχες τοποθετήσει | είχες τοποθετηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε τοποθετήσει | είχε τοποθετηθεί |
| εμείς — we | είχαμε τοποθετήσει | είχαμε τοποθετηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε τοποθετήσει | είχατε τοποθετηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν τοποθετήσει | είχαν τοποθετηθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα τοποθετώ | θα τοποθετούμαι |
| εσύ — you | θα τοποθετείς | θα τοποθετείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα τοποθετεί | θα τοποθετείται |
| εμείς — we | θα τοποθετούμε | θα τοποθετούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα τοποθετείτε | θα τοποθετείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα τοποθετούν(ε) | θα τοποθετούνται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα τοποθετήσω | θα τοποθετηθώ |
| εσύ — you | θα τοποθετήσεις | θα τοποθετηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα τοποθετήσει | θα τοποθετηθεί |
| εμείς — we | θα τοποθετήσουμε | θα τοποθετηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα τοποθετήσετε | θα τοποθετηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα τοποθετήσουν(ε) | θα τοποθετηθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω τοποθετήσει | θα έχω τοποθετηθεί |
| εσύ — you | θα έχεις τοποθετήσει | θα έχεις τοποθετηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει τοποθετήσει | θα έχει τοποθετηθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε τοποθετήσει | θα έχουμε τοποθετηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε τοποθετήσει | θα έχετε τοποθετηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν τοποθετήσει | θα έχουν τοποθετηθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να τοποθετώ | να τοποθετούμαι |
| εσύ — you | να τοποθετείς | να τοποθετείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να τοποθετεί | να τοποθετείται |
| εμείς — we | να τοποθετούμε | να τοποθετούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να τοποθετείτε | να τοποθετείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να τοποθετούν(ε) | να τοποθετούνται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να τοποθετήσω | να τοποθετηθώ |
| εσύ — you | να τοποθετήσεις | να τοποθετηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να τοποθετήσει | να τοποθετηθεί |
| εμείς — we | να τοποθετήσουμε, να τοποθετήσομε | να τοποθετηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να τοποθετήσετε | να τοποθετηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να τοποθετήσουν(ε) | να τοποθετηθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω τοποθετήσει | να έχω τοποθετηθεί |
| εσύ — you | να έχεις τοποθετήσει | να έχεις τοποθετηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει τοποθετήσει | να έχει τοποθετηθεί |
| εμείς — we | να έχουμε τοποθετήσει | να έχουμε τοποθετηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε τοποθετήσει | να έχετε τοποθετηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν τοποθετήσει | να έχουν τοποθετηθεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous plural: τοποθετείτε. Middle: τοποθετήσου, τοποθετηθείτε.
Simple: τοποθέτησε (εσύ); τοποθετήστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- τοποθετούμαι can mean being placed or appointed. In a discussion it also means stating one’s position on an issue. τοποθετημένος, -η, -ο means placed or positioned. Rare personal passive imperfect cells are not listed.
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Τοποθέτησε το βιβλίο στο ράφι.
Place the book on the shelf.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — τοποθετώ.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/topotheto/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/topotheto/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.