θαυμάζω (thaumazo) — to admire

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

θαυμάζω — to admire; marvel at.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θαυμάζω θαυμάζομαι
εσύ — you θαυμάζεις θαυμάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θαυμάζει θαυμάζεται
εμείς — we θαυμάζουμε, θαυμάζομε θαυμαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θαυμάζετε θαυμάζεστε, θαυμαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θαυμάζουν(ε) θαυμάζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θαύμαζα θαυμαζόμουν(α)
εσύ — you θαύμαζες θαυμαζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θαύμαζε θαυμαζόταν(ε)
εμείς — we θαυμάζαμε θαυμαζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) θαυμάζατε θαυμαζόσαστε, θαυμαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they θαύμαζαν, θαυμάζαν(ε) θαυμάζονταν, θαυμαζόντανε, θαυμαζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θαύμασα θαυμάστηκα
εσύ — you θαύμασες θαυμάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θαύμασε θαυμάστηκε
εμείς — we θαυμάσαμε θαυμαστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) θαυμάσατε θαυμαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θαύμασαν, θαυμάσαν(ε) θαυμάστηκαν, θαυμαστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω θαυμάσει έχω θαυμαστεί
εσύ — you έχεις θαυμάσει έχεις θαυμαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει θαυμάσει έχει θαυμαστεί
εμείς — we έχουμε θαυμάσει έχουμε θαυμαστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε θαυμάσει έχετε θαυμαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν θαυμάσει έχουν θαυμαστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα θαυμάσει είχα θαυμαστεί
εσύ — you είχες θαυμάσει είχες θαυμαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε θαυμάσει είχε θαυμαστεί
εμείς — we είχαμε θαυμάσει είχαμε θαυμαστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε θαυμάσει είχατε θαυμαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν θαυμάσει είχαν θαυμαστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα θαυμάζω θα θαυμάζομαι
εσύ — you θα θαυμάζεις θα θαυμάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα θαυμάζει θα θαυμάζεται
εμείς — we θα θαυμάζουμε, θα θαυμάζομε θα θαυμαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα θαυμάζετε θα θαυμάζεστε, θα θαυμαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα θαυμάζουν(ε) θα θαυμάζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα θαυμάσω θα θαυμαστώ
εσύ — you θα θαυμάσεις θα θαυμαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα θαυμάσει θα θαυμαστεί
εμείς — we θα θαυμάσουμε, θα θαυμάσομε θα θαυμαστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα θαυμάσετε θα θαυμαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα θαυμάσουν(ε) θα θαυμαστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω θαυμάσει θα έχω θαυμαστεί
εσύ — you θα έχεις θαυμάσει θα έχεις θαυμαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει θαυμάσει θα έχει θαυμαστεί
εμείς — we θα έχουμε θαυμάσει θα έχουμε θαυμαστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε θαυμάσει θα έχετε θαυμαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν θαυμάσει θα έχουν θαυμαστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να θαυμάζω να θαυμάζομαι
εσύ — you να θαυμάζεις να θαυμάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να θαυμάζει να θαυμάζεται
εμείς — we να θαυμάζουμε, να θαυμάζομε να θαυμαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να θαυμάζετε να θαυμάζεστε, να θαυμαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να θαυμάζουν(ε) να θαυμάζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να θαυμάσω να θαυμαστώ
εσύ — you να θαυμάσεις να θαυμαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να θαυμάσει να θαυμαστεί
εμείς — we να θαυμάσουμε, να θαυμάσομε να θαυμαστούμε
εσείς — you (plural / polite) να θαυμάσετε να θαυμαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να θαυμάσουν(ε) να θαυμαστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω θαυμάσει να έχω θαυμαστεί
εσύ — you να έχεις θαυμάσει να έχεις θαυμαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει θαυμάσει να έχει θαυμαστεί
εμείς — we να έχουμε θαυμάσει να έχουμε θαυμαστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε θαυμάσει να έχετε θαυμαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν θαυμάσει να έχουν θαυμαστεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: θαύμαζε (εσύ), θαυμάζετε (εσείς).

Simple: θαύμασε (εσύ); θαυμάστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • θαυμάζομαι means being admired; it does not ordinarily mean admiring someone. θαυμάζοντας means admiring or marvelling.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Θαυμάσαμε τη θέα από την κορυφή.

We admired the view from the summit.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — θαυμάζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/thaumazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /thaumazo/