Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
συνδυάζω — to combine; match.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | συνδυάζω | συνδυάζομαι |
| εσύ — you | συνδυάζεις | συνδυάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | συνδυάζει | συνδυάζεται |
| εμείς — we | συνδυάζουμε, συνδυάζομε | συνδυαζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | συνδυάζετε | συνδυάζεστε, συνδυαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | συνδυάζουν(ε) | συνδυάζονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | συνδύαζα | συνδυαζόμουν(α) |
| εσύ — you | συνδύαζες | συνδυαζόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | συνδύαζε | συνδυαζόταν(ε) |
| εμείς — we | συνδυάζαμε | συνδυαζόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | συνδυάζατε | συνδυαζόσαστε, συνδυαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | συνδύαζαν, συνδυάζαν(ε) | συνδυάζονταν, συνδυαζόντανε, συνδυαζόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | συνδύασα | συνδυάστηκα |
| εσύ — you | συνδύασες | συνδυάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | συνδύασε | συνδυάστηκε |
| εμείς — we | συνδυάσαμε | συνδυαστήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | συνδυάσατε | συνδυαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | συνδύασαν, συνδυάσαν(ε) | συνδυάστηκαν, συνδυαστήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω συνδυάσει | έχω συνδυαστεί |
| εσύ — you | έχεις συνδυάσει | έχεις συνδυαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει συνδυάσει | έχει συνδυαστεί |
| εμείς — we | έχουμε συνδυάσει | έχουμε συνδυαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε συνδυάσει | έχετε συνδυαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν συνδυάσει | έχουν συνδυαστεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα συνδυάσει | είχα συνδυαστεί |
| εσύ — you | είχες συνδυάσει | είχες συνδυαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε συνδυάσει | είχε συνδυαστεί |
| εμείς — we | είχαμε συνδυάσει | είχαμε συνδυαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε συνδυάσει | είχατε συνδυαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν συνδυάσει | είχαν συνδυαστεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα συνδυάζω | θα συνδυάζομαι |
| εσύ — you | θα συνδυάζεις | θα συνδυάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα συνδυάζει | θα συνδυάζεται |
| εμείς — we | θα συνδυάζουμε, θα συνδυάζομε | θα συνδυαζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα συνδυάζετε | θα συνδυάζεστε, θα συνδυαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα συνδυάζουν(ε) | θα συνδυάζονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα συνδυάσω | θα συνδυαστώ |
| εσύ — you | θα συνδυάσεις | θα συνδυαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα συνδυάσει | θα συνδυαστεί |
| εμείς — we | θα συνδυάσουμε, θα συνδυάσομε | θα συνδυαστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα συνδυάσετε | θα συνδυαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα συνδυάσουν(ε) | θα συνδυαστούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω συνδυάσει | θα έχω συνδυαστεί |
| εσύ — you | θα έχεις συνδυάσει | θα έχεις συνδυαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει συνδυάσει | θα έχει συνδυαστεί |
| εμείς — we | θα έχουμε συνδυάσει | θα έχουμε συνδυαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε συνδυάσει | θα έχετε συνδυαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν συνδυάσει | θα έχουν συνδυαστεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να συνδυάζω | να συνδυάζομαι |
| εσύ — you | να συνδυάζεις | να συνδυάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να συνδυάζει | να συνδυάζεται |
| εμείς — we | να συνδυάζουμε, να συνδυάζομε | να συνδυαζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να συνδυάζετε | να συνδυάζεστε, να συνδυαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να συνδυάζουν(ε) | να συνδυάζονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να συνδυάσω | να συνδυαστώ |
| εσύ — you | να συνδυάσεις | να συνδυαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να συνδυάσει | να συνδυαστεί |
| εμείς — we | να συνδυάσουμε, να συνδυάσομε | να συνδυαστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να συνδυάσετε | να συνδυαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να συνδυάσουν(ε) | να συνδυαστούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω συνδυάσει | να έχω συνδυαστεί |
| εσύ — you | να έχεις συνδυάσει | να έχεις συνδυαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει συνδυάσει | να έχει συνδυαστεί |
| εμείς — we | να έχουμε συνδυάσει | να έχουμε συνδυαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε συνδυάσει | να έχετε συνδυαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν συνδυάσει | να έχουν συνδυαστεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: συνδύαζε (εσύ), συνδυάζετε (εσείς).
Simple: συνδύασε (εσύ); συνδυάστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Used for combining activities, ideas, colours or other things. The passive describes things being combined or going together. συνδυασμένος, -η, -ο means combined.
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Συνδυάζει τη δουλειά με τις σπουδές.
She combines work with her studies.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — συνδυάζω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/synduazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/synduazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →