Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
συμπαραστέκομαι — to stand by; support.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | συμπαραστέκομαι |
| εσύ — you | συμπαραστέκεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | συμπαραστέκεται |
| εμείς — we | συμπαραστεκόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | συμπαραστέκεστε, συμπαραστεκόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | συμπαραστέκονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | συμπαραστεκόμουν(α) |
| εσύ — you | συμπαραστεκόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | συμπαραστεκόταν(ε) |
| εμείς — we | συμπαραστεκόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | συμπαραστεκόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | συμπαραστέκονταν, συμπαραστεκόντανε, συμπαραστεκόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | συμπαραστάθηκα |
| εσύ — you | συμπαραστάθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | συμπαραστάθηκε |
| εμείς — we | συμπαρασταθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | συμπαρασταθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | συμπαραστάθηκαν, συμπαρασταθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω συμπαρασταθεί |
| εσύ — you | έχεις συμπαρασταθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει συμπαρασταθεί |
| εμείς — we | έχουμε συμπαρασταθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε συμπαρασταθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν συμπαρασταθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα συμπαρασταθεί |
| εσύ — you | είχες συμπαρασταθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε συμπαρασταθεί |
| εμείς — we | είχαμε συμπαρασταθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε συμπαρασταθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν συμπαρασταθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα συμπαραστέκομαι |
| εσύ — you | θα συμπαραστέκεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα συμπαραστέκεται |
| εμείς — we | θα συμπαραστεκόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα συμπαραστέκεστε, θα συμπαραστεκόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα συμπαραστέκονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα συμπαρασταθώ |
| εσύ — you | θα συμπαρασταθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα συμπαρασταθεί |
| εμείς — we | θα συμπαρασταθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα συμπαρασταθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα συμπαρασταθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω συμπαρασταθεί |
| εσύ — you | θα έχεις συμπαρασταθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει συμπαρασταθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε συμπαρασταθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε συμπαρασταθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν συμπαρασταθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να συμπαραστέκομαι |
| εσύ — you | να συμπαραστέκεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να συμπαραστέκεται |
| εμείς — we | να συμπαραστεκόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να συμπαραστέκεστε, να συμπαραστεκόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να συμπαραστέκονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να συμπαρασταθώ |
| εσύ — you | να συμπαρασταθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να συμπαρασταθεί |
| εμείς — we | να συμπαρασταθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να συμπαρασταθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να συμπαρασταθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω συμπαρασταθεί |
| εσύ — you | να έχεις συμπαρασταθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει συμπαρασταθεί |
| εμείς — we | να έχουμε συμπαρασταθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε συμπαρασταθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν συμπαρασταθεί |
Imperative · Προστακτική
The listed commands refer to a completed act. Continuous plural: συμπαραστέκεστε.
Simple: συμπαραστάσου (εσύ); συμπαρασταθείτε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- A middle-form verb with active meaning: offering help or support to someone, especially during difficulties. Use σε + the person.
Μου συμπαραστάθηκε σε μια δύσκολη στιγμή.
She stood by me at a difficult time.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — συμπαραστέκομαι.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/symparastekomai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/symparastekomai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →