συμμετέχω (symmetexo) — to participate, take part

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

συμμετέχω means “to participate” or “to take part,” usually followed by σε. It has irregular stems: συμμετείχα in the imperfect and συμμετάσχω in the perfective non-past.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I συμμετέχω
εσύ — you συμμετέχεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συμμετέχει
εμείς — we συμμετέχουμε
εσείς — you (plural / polite) συμμετέχετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they συμμετέχουν

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I συμμετείχα
εσύ — you συμμετείχες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συμμετείχε
εμείς — we συμμετείχαμε
εσείς — you (plural / polite) συμμετείχατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they συμμετείχαν

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω συμμετάσχει
εσύ — you έχεις συμμετάσχει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει συμμετάσχει
εμείς — we έχουμε συμμετάσχει
εσείς — you (plural / polite) έχετε συμμετάσχει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν συμμετάσχει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα συμμετάσχει
εσύ — you είχες συμμετάσχει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε συμμετάσχει
εμείς — we είχαμε συμμετάσχει
εσείς — you (plural / polite) είχατε συμμετάσχει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν συμμετάσχει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα συμμετέχω
εσύ — you θα συμμετέχεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα συμμετέχει
εμείς — we θα συμμετέχουμε
εσείς — you (plural / polite) θα συμμετέχετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα συμμετέχουν

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα συμμετάσχω
εσύ — you θα συμμετάσχεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα συμμετάσχει
εμείς — we θα συμμετάσχουμε
εσείς — you (plural / polite) θα συμμετάσχετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα συμμετάσχουν

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω συμμετάσχει
εσύ — you θα έχεις συμμετάσχει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει συμμετάσχει
εμείς — we θα έχουμε συμμετάσχει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε συμμετάσχει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν συμμετάσχει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να συμμετέχω
εσύ — you να συμμετέχεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να συμμετέχει
εμείς — we να συμμετέχουμε
εσείς — you (plural / polite) να συμμετέχετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να συμμετέχουν

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να συμμετάσχω
εσύ — you να συμμετάσχεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να συμμετάσχει
εμείς — we να συμμετάσχουμε
εσείς — you (plural / polite) να συμμετάσχετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να συμμετάσχουν

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω συμμετάσχει
εσύ — you να έχεις συμμετάσχει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει συμμετάσχει
εμείς — we να έχουμε συμμετάσχει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε συμμετάσχει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν συμμετάσχει

Simple past and register

The learned aorist is most familiar in the third person: συμμετέσχε (singular), συμμετέσχον (plural). These formal forms are kept separate from the ordinary imperfect συμμετείχα.

Requests and instructions

Use a να-construction such as να συμμετάσχεις (εσύ) or να συμμετάσχετε (εσείς) for a particular occasion. The imperfective equivalents are να συμμετέχεις and να συμμετέχετε.

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The perfect uses έχω συμμετάσχει; the dependent form συμμετάσχει is not a standalone infinitive.
  • This verb has active forms and no ordinary passive conjugation in the meaning “participate.”

Θα συμμετάσχουμε στη συζήτηση.

We will take part in the discussion.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — συμμετέχω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/symmetexo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /symmetexo/