συμφωνώ (symfono) — to agree

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

συμφωνώ — to agree.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I συμφωνώ συμφωνούμαι
εσύ — you συμφωνείς συμφωνείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συμφωνεί συμφωνείται
εμείς — we συμφωνούμε συμφωνούμαστε
εσείς — you (plural / polite) συμφωνείτε συμφωνείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they συμφωνούν(ε) συμφωνούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I συμφωνούσα συμφωνούμουν
εσύ — you συμφωνούσες —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συμφωνούσε συμφωνούνταν, συμφωνείτο
εμείς — we συμφωνούσαμε συμφωνούμασταν
εσείς — you (plural / polite) συμφωνούσατε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they συμφωνούσαν(ε) συμφωνούνταν, συμφωνούντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I συμφώνησα συμφωνήθηκα
εσύ — you συμφώνησες συμφωνήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συμφώνησε συμφωνήθηκε
εμείς — we συμφωνήσαμε συμφωνηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) συμφωνήσατε συμφωνηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they συμφώνησαν, συμφωνήσαν(ε) συμφωνήθηκαν, συμφωνηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω συμφωνήσει έχω συμφωνηθεί
εσύ — you έχεις συμφωνήσει έχεις συμφωνηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει συμφωνήσει έχει συμφωνηθεί
εμείς — we έχουμε συμφωνήσει έχουμε συμφωνηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε συμφωνήσει έχετε συμφωνηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν συμφωνήσει έχουν συμφωνηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα συμφωνήσει είχα συμφωνηθεί
εσύ — you είχες συμφωνήσει είχες συμφωνηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε συμφωνήσει είχε συμφωνηθεί
εμείς — we είχαμε συμφωνήσει είχαμε συμφωνηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε συμφωνήσει είχατε συμφωνηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν συμφωνήσει είχαν συμφωνηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα συμφωνώ θα συμφωνούμαι
εσύ — you θα συμφωνείς θα συμφωνείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα συμφωνεί θα συμφωνείται
εμείς — we θα συμφωνούμε θα συμφωνούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα συμφωνείτε θα συμφωνείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα συμφωνούν(ε) θα συμφωνούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα συμφωνήσω θα συμφωνηθώ
εσύ — you θα συμφωνήσεις θα συμφωνηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα συμφωνήσει θα συμφωνηθεί
εμείς — we θα συμφωνήσουμε θα συμφωνηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα συμφωνήσετε θα συμφωνηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα συμφωνήσουν(ε) θα συμφωνηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω συμφωνήσει θα έχω συμφωνηθεί
εσύ — you θα έχεις συμφωνήσει θα έχεις συμφωνηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει συμφωνήσει θα έχει συμφωνηθεί
εμείς — we θα έχουμε συμφωνήσει θα έχουμε συμφωνηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε συμφωνήσει θα έχετε συμφωνηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν συμφωνήσει θα έχουν συμφωνηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να συμφωνώ να συμφωνούμαι
εσύ — you να συμφωνείς να συμφωνείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να συμφωνεί να συμφωνείται
εμείς — we να συμφωνούμε να συμφωνούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να συμφωνείτε να συμφωνείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να συμφωνούν(ε) να συμφωνούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να συμφωνήσω να συμφωνηθώ
εσύ — you να συμφωνήσεις να συμφωνηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να συμφωνήσει να συμφωνηθεί
εμείς — we να συμφωνήσουμε, να συμφωνήσομε να συμφωνηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να συμφωνήσετε να συμφωνηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να συμφωνήσουν(ε) να συμφωνηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω συμφωνήσει να έχω συμφωνηθεί
εσύ — you να έχεις συμφωνήσει να έχεις συμφωνηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει συμφωνήσει να έχει συμφωνηθεί
εμείς — we να έχουμε συμφωνήσει να έχουμε συμφωνηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε συμφωνήσει να έχετε συμφωνηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν συμφωνήσει να έχουν συμφωνηθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous plural: συμφωνείτε.

Simple: συμφώνησε (εσύ); συμφωνήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • συμφωνώ με means agreeing with someone; συμφωνώ να means agreeing to do something. The passive normally describes a price, term or arrangement being agreed upon, not a person agreeing. Rare personal passive imperfect cells are not listed.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Συμφωνήσαμε να συναντηθούμε αύριο.

We agreed to meet tomorrow.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — συμφωνώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/symfono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /symfono/