Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
συμπεραίνω — to conclude; infer.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
συμπεραίνω |
| εσύ — you |
συμπεραίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
συμπεραίνει |
| εμείς — we |
συμπεραίνουμε, συμπεραίνομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
συμπεραίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
συμπεραίνουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
συμπέραινα |
| εσύ — you |
συμπέραινες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
συμπέραινε |
| εμείς — we |
συμπεραίναμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
συμπεραίνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
συμπέραιναν, συμπεραίναν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
συμπέρανα |
| εσύ — you |
συμπέρανες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
συμπέρανε |
| εμείς — we |
συμπεράναμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
συμπεράνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
συμπέραναν, συμπεράναν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
έχω συμπεράνει |
| εσύ — you |
έχεις συμπεράνει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
έχει συμπεράνει |
| εμείς — we |
έχουμε συμπεράνει |
| εσείς — you (plural / polite) |
έχετε συμπεράνει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
έχουν συμπεράνει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
είχα συμπεράνει |
| εσύ — you |
είχες συμπεράνει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
είχε συμπεράνει |
| εμείς — we |
είχαμε συμπεράνει |
| εσείς — you (plural / polite) |
είχατε συμπεράνει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
είχαν συμπεράνει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα συμπεραίνω |
| εσύ — you |
θα συμπεραίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα συμπεραίνει |
| εμείς — we |
θα συμπεραίνουμε, θα συμπεραίνομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα συμπεραίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα συμπεραίνουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα συμπεράνω |
| εσύ — you |
θα συμπεράνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα συμπεράνει |
| εμείς — we |
θα συμπεράνουμε, θα συμπεράνομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα συμπεράνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα συμπεράνουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα έχω συμπεράνει |
| εσύ — you |
θα έχεις συμπεράνει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα έχει συμπεράνει |
| εμείς — we |
θα έχουμε συμπεράνει |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα έχετε συμπεράνει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα έχουν συμπεράνει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να συμπεραίνω |
| εσύ — you |
να συμπεραίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να συμπεραίνει |
| εμείς — we |
να συμπεραίνουμε, να συμπεραίνομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να συμπεραίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να συμπεραίνουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να συμπεράνω |
| εσύ — you |
να συμπεράνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να συμπεράνει |
| εμείς — we |
να συμπεράνουμε, να συμπεράνομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να συμπεράνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να συμπεράνουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να έχω συμπεράνει |
| εσύ — you |
να έχεις συμπεράνει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να έχει συμπεράνει |
| εμείς — we |
να έχουμε συμπεράνει |
| εσείς — you (plural / polite) |
να έχετε συμπεράνει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να έχουν συμπεράνει |
Imperative · Προστακτική
Continuous: συμπέραινε (εσύ), συμπεραίνετε (εσείς).
Simple: συμπέρανε (εσύ); συμπεράνετε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Concluding here means drawing an inference, not finishing a task. The stems differ: συμπεραίνω versus συμπέρανα / θα συμπεράνω.
Από αυτά συμπεραίνω ότι έχεις δίκιο.
From this I conclude that you are right.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — συμπεραίνω.