σέβομαι (sevomai) — to respect

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

σέβομαι means to respect, with middle endings and active meaning.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I σέβομαι
εσύ — you σέβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σέβεται
εμείς — we σεβόμαστε
εσείς — you (plural / polite) σέβεστε, σεβόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σέβονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I σεβόμουν(α)
εσύ — you σεβόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σεβόταν(ε)
εμείς — we σεβόμασταν
εσείς — you (plural / polite) σεβόσαστε, σεβόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they σέβονταν, σεβόντανε, σεβόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I σεβάστηκα
εσύ — you σεβάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σεβάστηκε
εμείς — we σεβαστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) σεβαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σεβάστηκαν, σεβαστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω σεβαστεί
εσύ — you έχεις σεβαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει σεβαστεί
εμείς — we έχουμε σεβαστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε σεβαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν σεβαστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα σεβαστεί
εσύ — you είχες σεβαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε σεβαστεί
εμείς — we είχαμε σεβαστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε σεβαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν σεβαστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα σέβομαι
εσύ — you θα σέβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σέβεται
εμείς — we θα σεβόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα σέβεστε, θα σεβόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σέβονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα σεβαστώ
εσύ — you θα σεβαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σεβαστεί
εμείς — we θα σεβαστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα σεβαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σεβαστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω σεβαστεί
εσύ — you θα έχεις σεβαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει σεβαστεί
εμείς — we θα έχουμε σεβαστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε σεβαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν σεβαστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να σέβομαι
εσύ — you να σέβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σέβεται
εμείς — we να σεβόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να σέβεστε, να σεβόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σέβονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να σεβαστώ
εσύ — you να σεβαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σεβαστεί
εμείς — we να σεβαστούμε
εσείς — you (plural / polite) να σεβαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σεβαστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω σεβαστεί
εσύ — you να έχεις σεβαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει σεβαστεί
εμείς — we να έχουμε σεβαστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε σεβαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν σεβαστεί

Imperative · Προστακτική

Simple: σεβάσου (εσύ); σεβαστείτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Perfective: σεβάστηκα, θα σεβαστώ, έχω σεβαστεί. The singular command is σεβάσου.

Σεβάσου τη γνώμη των άλλων.

Respect other people’s opinions.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — σέβομαι.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/sevomai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /sevomai/