σερβίρω (serbiro) — to serve

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

σερβίρω means to serve food or drinks, or serve in a racket sport. The passive means to be served.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σερβίρω σερβίρομαι
εσύ — you σερβίρεις σερβίρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σερβίρει σερβίρεται
εμείς — we σερβίρουμε, σερβίρομε σερβιρόμαστε
εσείς — you (plural / polite) σερβίρετε σερβίρεστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σερβίρουν(ε) σερβίρονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σερβίριζα, σέρβιρα σερβιριζόμουν(α)
εσύ — you σερβίριζες, σέρβιρες σερβιριζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σερβίριζε, σέρβιρε σερβιριζόταν(ε)
εμείς — we σερβίραμε, σερβιρίζαμε σερβιριζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) σερβίρατε, σερβιρίζατε σερβιριζόσαστε, σερβιριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they σέρβιραν, σερβίραν(ε), σερβίριζαν σερβίρονταν, σερβιριζόντανε, σερβιριζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σέρβιρα, σερβίρισα σερβιρίστηκα
εσύ — you σέρβιρες, σερβίρισες σερβιρίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σέρβιρε, σερβίρισε σερβιρίστηκε
εμείς — we σερβίραμε, σερβιρίσαμε σερβιριστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) σερβίρατε, σερβιρίσατε σερβιριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σέρβιραν, σερβίραν(ε), σερβίρισαν σερβιρίστηκαν, σερβιριστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω σερβίρει έχω σερβιριστεί
εσύ — you έχεις σερβίρει έχεις σερβιριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει σερβίρει έχει σερβιριστεί
εμείς — we έχουμε σερβίρει έχουμε σερβιριστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε σερβίρει έχετε σερβιριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν σερβίρει έχουν σερβιριστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα σερβίρει είχα σερβιριστεί
εσύ — you είχες σερβίρει είχες σερβιριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε σερβίρει είχε σερβιριστεί
εμείς — we είχαμε σερβίρει είχαμε σερβιριστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε σερβίρει είχατε σερβιριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν σερβίρει είχαν σερβιριστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σερβίρω θα σερβίρομαι
εσύ — you θα σερβίρεις θα σερβίρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σερβίρει θα σερβίρεται
εμείς — we θα σερβίρουμε, θα σερβίρομε θα σερβιρόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα σερβίρετε θα σερβίρεστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σερβίρουν(ε) θα σερβίρονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σερβίρω θα σερβιριστώ
εσύ — you θα σερβίρεις θα σερβιριστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σερβίρει θα σερβιριστεί
εμείς — we θα σερβίρουμε, θα σερβίρομε θα σερβιριστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα σερβίρετε θα σερβιριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σερβίρουν(ε) θα σερβιριστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω σερβίρει θα έχω σερβιριστεί
εσύ — you θα έχεις σερβίρει θα έχεις σερβιριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει σερβίρει θα έχει σερβιριστεί
εμείς — we θα έχουμε σερβίρει θα έχουμε σερβιριστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε σερβίρει θα έχετε σερβιριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν σερβίρει θα έχουν σερβιριστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σερβίρω να σερβίρομαι
εσύ — you να σερβίρεις να σερβίρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σερβίρει να σερβίρεται
εμείς — we να σερβίρουμε, να σερβίρομε να σερβιρόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να σερβίρετε να σερβίρεστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σερβίρουν(ε) να σερβίρονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σερβίρω να σερβιριστώ
εσύ — you να σερβίρεις να σερβιριστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σερβίρει να σερβιριστεί
εμείς — we να σερβίρουμε, να σερβίρομε να σερβιριστούμε
εσείς — you (plural / polite) να σερβίρετε να σερβιριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σερβίρουν(ε) να σερβιριστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω σερβίρει να έχω σερβιριστεί
εσύ — you να έχεις σερβίρει να έχεις σερβιριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει σερβίρει να έχει σερβιριστεί
εμείς — we να έχουμε σερβίρει να έχουμε σερβιριστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε σερβίρει να έχετε σερβιριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν σερβίρει να έχουν σερβιριστεί

Imperative · Προστακτική

Simple: σέρβιρε, σερβίρισε (εσύ); σερβίρετε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The past has σέρβιρα alongside imperfect σερβίριζα and aorist σερβίρισα. The passive also has a σερβιρίζομαι series, whose imperfect is used here.

Σέρβιρε τον καφέ.

Serve the coffee.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — σερβίρω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/serbiro/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /serbiro/