ΨΗΦΙΖΩ
I vote
Active Passive
Singular Plural Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
ψηφίζω ψηφίζουμε, ψηφίζομε ψηφίζομαι ψηφιζόμαστε
ψηφίζεις ψηφίζετε ψηφίζεσαι ψηφίζεστε, ψηφιζόσαστε
ψηφίζει ψηφίζουν(ε) ψηφίζεται ψηφίζονται
Imper
fect
ψήφιζα ψηφίζαμε ψηφιζόμουν(α) ψηφιζόμαστε, ψηφιζόμασταν
ψήφιζες ψηφίζατε ψηφιζόσουν(α) ψηφιζόσαστε, ψηφιζόσασταν
ψήφιζε ψήφιζαν, ψηφίζαν(ε) ψηφιζόταν(ε) ψηφίζονταν, ψηφιζόντανε, ψηφιζόντουσαν
Aorist ψήφισα ψηφίσαμε ψηφίστηκα ψηφιστήκαμε
ψήφισες ψηφίσατε ψηφίστηκες ψηφιστήκατε
ψήφισε ψήφισαν, ψηφίσαν(ε) ψηφίστηκε ψηφίστηκαν, ψηφιστήκαν(ε)
Per
fect
έχω ψηφίσει
έχω ψηφισμένο
έχουμε ψηφίσει
έχουμε ψηφισμένο
έχω ψηφιστεί
είμαι ψηφισμένος, -η
έχουμε ψηφιστεί
είμαστε ψηφισμένοι, -ες
έχεις ψηφίσει
έχεις ψηφισμένο
έχετε ψηφίσει
έχετε ψηφισμένο
έχεις ψηφιστεί
είσαι ψηφισμένος, -η
έχετε ψηφιστεί
είστε ψηφισμένοι, -ες
έχει ψηφίσει
έχει ψηφισμένο
έχουν ψηφίσει
έχουν ψηφισμένο
έχει ψηφιστεί
είναι ψηφισμένος, -η, -ο
έχουν ψηφιστεί
είναι ψηφισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα ψηφίσει
είχα ψηφισμένο
είχαμε ψηφίσει
είχαμε ψηφισμένο
είχα ψηφιστεί
ήμουν ψηφισμένος, -η
είχαμε ψηφιστεί
ήμαστε ψηφισμένοι, -ες
είχες ψηφίσει
είχες ψηφισμένο
είχατε ψηφίσει
είχατε ψηφισμένο
είχες ψηφιστεί
ήσουν ψηφισμένος, -η
είχατε ψηφιστεί
ήσαστε ψηφισμένοι, -ες
είχε ψηφίσει
είχε ψηφισμένο
είχαν ψηφίσει
είχαν ψηφισμένο
είχε ψηφιστεί
ήταν ψηφισμένος, -η, -ο
είχαν ψηφιστεί
ήταν ψηφισμένοι, -ες, -α
Fut
ure
Cont
inuous
θα ψηφίζω θα ψηφίζουμε, θα ψηφίζομε θα ψηφίζομαι θα ψηφιζόμαστε
θα ψηφίζεις θα ψηφίζετε θα ψηφίζεσαι θα ψηφίζεστε, θα ψηφιζόσαστε
θα ψηφίζει θα ψηφίζουν(ε) θα ψηφίζεται θα ψηφίζονται
Simp
Fut
θα ψηφίσω θα ψηφίσουμε, θα ψηφίζομε θα ψηφιστώ θα ψηφιστούμε
θα ψηφίσεις θα ψηφίσετε θα ψηφιστείς θα ψηφιστείτε
θα ψηφίσει θα ψηφίσουν(ε) θα ψηφιστεί θα ψηφιστούν(ε)
Fut
Perf
θα έχω ψηφίσει
θα έχω ψηφισμένο
θα έχουμε ψηφίσει
θα έχουμε ψηφισμένο
θα έχω ψηφιστεί
θα είμαι ψηφισμένος, -η
θα έχουμε ψηφιστεί
θα είμαστε ψηφισμένοι, -ες
θα έχεις ψηφίσει
θα έχεις ψηφισμένο
θα έχετε ψηφίσει
θα έχετε ψηφισμένο
θα έχεις ψηφιστεί
θα είσαι ψηφισμένος, -η
θα έχετε ψηφιστεί
θα είστε ψηφισμένοι, -ες
θα έχει ψηφίσει
θα έχει ψηφισμένο
θα έχουν ψηφίσει
θα έχουν ψηφισμένο
θα έχει ψηφιστεί
θα είναι ψηφισμένος, -η, -ο
θα έχουν ψηφιστεί
θα είναι ψηφισμένοι, -ες, -α
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να ψηφίζω να ψηφίζουμε, να ψηφίζομε να ψηφίζομαι να ψηφιζόμαστε
να ψηφίζεις να ψηφίζετε να ψηφίζεσαι να ψηφίζεστε, να ψηφιζόσαστε
να ψηφίζει να ψηφίζουν(ε) να ψηφίζεται να ψηφίζονται
Aorist να ψηφίσω να ψηφίσουμε, να ψηφίσομε να ψηφιστώ να ψηφιστούμε
να ψηφίσεις να ψηφίσετε να ψηφιστείς να ψηφιστείτε
να ψηφίσει να ψηφίσουν(ε) να ψηφιστεί να ψηφιστούν(ε)
Perf να έχω ψηφίσει
να έχω ψηφισμένο
να έχουμε ψηφίσει
να έχουμε ψηφισμένο
να έχω ψηφιστεί
να είμαι ψηφισμένος, -η
να έχουμε ψηφιστεί
να είμαστε ψηφισμένοι, -ες
να έχεις ψηφίσει
να έχεις ψηφισμένο
να έχετε ψηφίσει
να έχετε ψηφισμένο
να έχεις ψηφιστεί
να είσαι ψηφισμένος, -η
να έχετε ψηφιστεί
να είστε ψηφισμένοι, -ες
να έχει ψηφίσει
να έχει ψηφισμένο
να έχουν ψηφίσει
να έχουν ψηφισμένο
να έχει ψηφιστεί
να είναι ψηφισμένος, -η, -ο
να έχουν ψηφιστεί
να είναι ψηφισμένοι, -ες, -α
Imper
ative
Pres ψήφιζε ψηφίζετε ψηφίζεστε
Aorist ψήφισε ψηφίστε ψηφίσου ψηφιστείτε
Part
iciple
Pres ψηφίζοντας ψηφιζόμενος
Perf έχοντας ψηφίσει, έχοντας ψηφισμένο ψηφισμένος, -η, -ο ψηφισμένοι, -ες, -α
Infin Aorist ψηφίσει ψηφιστεί