Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

ψηφίζω — to vote

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ψηφίζω means to vote or vote for someone or something. ψηφίζομαι means to be elected or approved by a vote.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ψηφίζω ψηφίζομαι
εσύ — you ψηφίζεις ψηφίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ψηφίζει ψηφίζεται
εμείς — we ψηφίζουμε, ψηφίζομε ψηφιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) ψηφίζετε ψηφίζεστε, ψηφιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ψηφίζουν(ε) ψηφίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ψήφιζα ψηφιζόμουν(α)
εσύ — you ψήφιζες ψηφιζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ψήφιζε ψηφιζόταν(ε)
εμείς — we ψηφίζαμε ψηφιζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) ψηφίζατε ψηφιζόσαστε, ψηφιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they ψήφιζαν, ψηφίζαν(ε) ψηφίζονταν, ψηφιζόντανε, ψηφιζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ψήφισα ψηφίστηκα
εσύ — you ψήφισες ψηφίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ψήφισε ψηφίστηκε
εμείς — we ψηφίσαμε ψηφιστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ψηφίσατε ψηφιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ψήφισαν, ψηφίσαν(ε) ψηφίστηκαν, ψηφιστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω ψηφίσει έχω ψηφιστεί
εσύ — you έχεις ψηφίσει έχεις ψηφιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ψηφίσει έχει ψηφιστεί
εμείς — we έχουμε ψηφίσει έχουμε ψηφιστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ψηφίσει έχετε ψηφιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ψηφίσει έχουν ψηφιστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα ψηφίσει είχα ψηφιστεί
εσύ — you είχες ψηφίσει είχες ψηφιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ψηφίσει είχε ψηφιστεί
εμείς — we είχαμε ψηφίσει είχαμε ψηφιστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ψηφίσει είχατε ψηφιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ψηφίσει είχαν ψηφιστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ψηφίζω θα ψηφίζομαι
εσύ — you θα ψηφίζεις θα ψηφίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ψηφίζει θα ψηφίζεται
εμείς — we θα ψηφίζουμε, θα ψηφίζομε θα ψηφιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ψηφίζετε θα ψηφίζεστε, θα ψηφιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ψηφίζουν(ε) θα ψηφίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ψηφίσω θα ψηφιστώ
εσύ — you θα ψηφίσεις θα ψηφιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ψηφίσει θα ψηφιστεί
εμείς — we θα ψηφίσουμε, θα ψηφίσομε θα ψηφιστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ψηφίσετε θα ψηφιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ψηφίσουν(ε) θα ψηφιστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω ψηφίσει θα έχω ψηφιστεί
εσύ — you θα έχεις ψηφίσει θα έχεις ψηφιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ψηφίσει θα έχει ψηφιστεί
εμείς — we θα έχουμε ψηφίσει θα έχουμε ψηφιστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ψηφίσει θα έχετε ψηφιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ψηφίσει θα έχουν ψηφιστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ψηφίζω να ψηφίζομαι
εσύ — you να ψηφίζεις να ψηφίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ψηφίζει να ψηφίζεται
εμείς — we να ψηφίζουμε, να ψηφίζομε να ψηφιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ψηφίζετε να ψηφίζεστε, να ψηφιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ψηφίζουν(ε) να ψηφίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ψηφίσω να ψηφιστώ
εσύ — you να ψηφίσεις να ψηφιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ψηφίσει να ψηφιστεί
εμείς — we να ψηφίσουμε, να ψηφίσομε να ψηφιστούμε
εσείς — you (plural / polite) να ψηφίσετε να ψηφιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ψηφίσουν(ε) να ψηφιστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω ψηφίσει να έχω ψηφιστεί
εσύ — you να έχεις ψηφίσει να έχεις ψηφιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ψηφίσει να έχει ψηφιστεί
εμείς — we να έχουμε ψηφίσει να έχουμε ψηφιστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ψηφίσει να έχετε ψηφιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ψηφίσει να έχουν ψηφιστεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: ψήφιζε / ψηφίζετε.

Simple: ψήφισε (εσύ); ψηφίστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Ο νόμος ψηφίστηκε.

The law was passed by vote.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ψηφίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/psifizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /psifizo/