Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
ψηφίζω means to vote or vote for someone or something. ψηφίζομαι means to be elected or approved by a vote.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ψηφίζω | ψηφίζομαι |
| εσύ — you | ψηφίζεις | ψηφίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ψηφίζει | ψηφίζεται |
| εμείς — we | ψηφίζουμε, ψηφίζομε | ψηφιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | ψηφίζετε | ψηφίζεστε, ψηφιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ψηφίζουν(ε) | ψηφίζονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ψήφιζα | ψηφιζόμουν(α) |
| εσύ — you | ψήφιζες | ψηφιζόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ψήφιζε | ψηφιζόταν(ε) |
| εμείς — we | ψηφίζαμε | ψηφιζόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | ψηφίζατε | ψηφιζόσαστε, ψηφιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ψήφιζαν, ψηφίζαν(ε) | ψηφίζονταν, ψηφιζόντανε, ψηφιζόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ψήφισα | ψηφίστηκα |
| εσύ — you | ψήφισες | ψηφίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ψήφισε | ψηφίστηκε |
| εμείς — we | ψηφίσαμε | ψηφιστήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | ψηφίσατε | ψηφιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ψήφισαν, ψηφίσαν(ε) | ψηφίστηκαν, ψηφιστήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω ψηφίσει | έχω ψηφιστεί |
| εσύ — you | έχεις ψηφίσει | έχεις ψηφιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει ψηφίσει | έχει ψηφιστεί |
| εμείς — we | έχουμε ψηφίσει | έχουμε ψηφιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε ψηφίσει | έχετε ψηφιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν ψηφίσει | έχουν ψηφιστεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα ψηφίσει | είχα ψηφιστεί |
| εσύ — you | είχες ψηφίσει | είχες ψηφιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε ψηφίσει | είχε ψηφιστεί |
| εμείς — we | είχαμε ψηφίσει | είχαμε ψηφιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε ψηφίσει | είχατε ψηφιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν ψηφίσει | είχαν ψηφιστεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα ψηφίζω | θα ψηφίζομαι |
| εσύ — you | θα ψηφίζεις | θα ψηφίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ψηφίζει | θα ψηφίζεται |
| εμείς — we | θα ψηφίζουμε, θα ψηφίζομε | θα ψηφιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ψηφίζετε | θα ψηφίζεστε, θα ψηφιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ψηφίζουν(ε) | θα ψηφίζονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα ψηφίσω | θα ψηφιστώ |
| εσύ — you | θα ψηφίσεις | θα ψηφιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ψηφίσει | θα ψηφιστεί |
| εμείς — we | θα ψηφίσουμε, θα ψηφίσομε | θα ψηφιστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ψηφίσετε | θα ψηφιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ψηφίσουν(ε) | θα ψηφιστούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω ψηφίσει | θα έχω ψηφιστεί |
| εσύ — you | θα έχεις ψηφίσει | θα έχεις ψηφιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει ψηφίσει | θα έχει ψηφιστεί |
| εμείς — we | θα έχουμε ψηφίσει | θα έχουμε ψηφιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε ψηφίσει | θα έχετε ψηφιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν ψηφίσει | θα έχουν ψηφιστεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να ψηφίζω | να ψηφίζομαι |
| εσύ — you | να ψηφίζεις | να ψηφίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ψηφίζει | να ψηφίζεται |
| εμείς — we | να ψηφίζουμε, να ψηφίζομε | να ψηφιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ψηφίζετε | να ψηφίζεστε, να ψηφιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ψηφίζουν(ε) | να ψηφίζονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να ψηφίσω | να ψηφιστώ |
| εσύ — you | να ψηφίσεις | να ψηφιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ψηφίσει | να ψηφιστεί |
| εμείς — we | να ψηφίσουμε, να ψηφίσομε | να ψηφιστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ψηφίσετε | να ψηφιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ψηφίσουν(ε) | να ψηφιστούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω ψηφίσει | να έχω ψηφιστεί |
| εσύ — you | να έχεις ψηφίσει | να έχεις ψηφιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει ψηφίσει | να έχει ψηφιστεί |
| εμείς — we | να έχουμε ψηφίσει | να έχουμε ψηφιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε ψηφίσει | να έχετε ψηφιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν ψηφίσει | να έχουν ψηφιστεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: ψήφιζε / ψηφίζετε.
Simple: ψήφισε (εσύ); ψηφίστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Ο νόμος ψηφίστηκε.
The law was passed by vote.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ψηφίζω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/psifizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/psifizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.