Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
ψεύδομαι means to lie or make a false statement, in formal usage. Everyday Greek commonly uses λέω ψέματα.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
ψεύδομαι |
| εσύ — you |
ψεύδεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
ψεύδεται |
| εμείς — we |
ψευδόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) |
ψεύδεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
ψεύδονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
ψευδόμουν |
| εσύ — you |
ψευδόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
ψευδόταν |
| εμείς — we |
ψευδόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) |
ψευδόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
ψεύδονταν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
ψεύσθηκα |
| εσύ — you |
ψεύσθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
ψεύσθηκε |
| εμείς — we |
ψευσθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
ψευσθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
ψεύσθηκαν |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
έχω ψευσθεί |
| εσύ — you |
έχεις ψευσθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
έχει ψευσθεί |
| εμείς — we |
έχουμε ψευσθεί |
| εσείς — you (plural / polite) |
έχετε ψευσθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
έχουν ψευσθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
είχα ψευσθεί |
| εσύ — you |
είχες ψευσθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
είχε ψευσθεί |
| εμείς — we |
είχαμε ψευσθεί |
| εσείς — you (plural / polite) |
είχατε ψευσθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
είχαν ψευσθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα ψεύδομαι |
| εσύ — you |
θα ψεύδεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα ψεύδεται |
| εμείς — we |
θα ψευδόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα ψεύδεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα ψεύδονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα ψευσθώ |
| εσύ — you |
θα ψευσθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα ψευσθεί |
| εμείς — we |
θα ψευσθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα ψευσθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα ψευσθούν |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα έχω ψευσθεί |
| εσύ — you |
θα έχεις ψευσθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα έχει ψευσθεί |
| εμείς — we |
θα έχουμε ψευσθεί |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα έχετε ψευσθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα έχουν ψευσθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να ψεύδομαι |
| εσύ — you |
να ψεύδεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να ψεύδεται |
| εμείς — we |
να ψευδόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να ψεύδεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να ψεύδονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να ψευσθώ |
| εσύ — you |
να ψευσθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να ψευσθεί |
| εμείς — we |
να ψευσθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να ψευσθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να ψευσθούν |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να έχω ψευσθεί |
| εσύ — you |
να έχεις ψευσθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να έχει ψευσθεί |
| εμείς — we |
να έχουμε ψευσθεί |
| εσείς — you (plural / polite) |
να έχετε ψευσθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να έχουν ψευσθεί |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- This verb has middle endings and active meaning. The formal perfective is ψεύσθηκα / ψευσθώ / ψευσθεί.
Ο μάρτυρας ψεύδεται.
The witness is lying.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ψεύδομαι.
Make this verb part of your Greek
Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.
Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.