Pseudomai

Pseudomai

ΨΕΥΔΟΜΑΙ
I lie
Medio-Passive
Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
ψεύδομαι ψευδόμαστε
ψεύδεσαι ψεύδεστε, ψευδόσαστε
ψεύδεται ψεύδονται
Imper
fect
ψευδόμουν(α) ψευδόμαστε
ψευδόσουν(α) ψευδόσαστε
ψευδόταν(ε) ψεύδονταν
Fut
ure
Cont
inuous
θα ψεύδομαι θα ψευδόμαστε
θα ψεύδεσαι θα ψεύδεστε θα ψευδόσαστε
θα ψεύδεται θα ψεύδονται
SUB
JUNC
TIVE
Pres
ent
να ψεύδομαι να ψευδόμαστε
να ψεύδεσαι να ψεύδεστε, να ψευδόσαστε
να ψεύδεται να ψεύδονται
Imper
ative
Pres ψεύδεστε
Part
iciple
Pres ψευδόμενος


2017-03-22T01:56:39+00:00